Ελληνική Ορολογία Ολυμπιακών Αθλημάτων: Συμβολή της Ακαδημίας Αθηνών στους Ολυμπιακούς Αγώνες, Αθήνα 2004

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν αρχικά, θρησκευτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση πρώτοι αγωνίστηκαν στην Ολυμπία οι θεοί και οι ήρωες, που έγιναν τα πρότυπα των θνητών για την ευγενή άθληση μέχρι τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια.

Ως συμβατική αρχή της πρώτης ολυμπιάδας υπολογίζεται το έτος 776 π.Χ. Το έτος εκείνο οι αγώνες περιλάμβαναν μόνο το αγώνισμα δρόμου (σταδίου). Από τις επόμενες ολυμπιάδες, προστίθενται νέα αγωνίσματα: ο δίσκος, το ακόντιο, η πάλη, η πυγμή, το άλμα, οι αρματοδρομίες, το παγκράτιο, ο οπλίτης δρόμος.

Με τους Ολυμπιακούς και τους άλλους Πανελλήνιους Αγώνες δημιουργείται το ιδανικό της ευγενούς άμιλλας, που θα αποτελέσει τη θεμελιώδη αρχή της αγωγής των νέων και το κατ’ εξοχήν κίνητρο για άσκηση του σώματος και καλλιέργεια της αρετής. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι το έπαθλο, το ἆθλον του νικητή ήταν μόνο ένα απλό στεφάνι αγριελιάς, ο κότινος, αλλά κυρίως η δόξα και η υστεροφημία του νικητή, που κατακτούσε την ευδαιμονία νικώντας τον θάνατο της λήθης, με την απαθανάτισή του στην τέχνη: την ζωγραφική, την γλυπτική και κυρίως την ποίηση και τον λόγο. Οι Έλληνες μάλιστα προσωποποίησαν το αγωνιστικό πνεύμα δημιουργώντας μία θεότητα, τον Αγώνα. Σε τετράδραχμο νόμισμα παριστάνεται φτερωτός με δύο στεφάνια στα χέρια.

Οι αγώνες, όμως, δεν είναι μόνο στενά δεμένοι με την τέχνη, που μερικές φορές απορροφάται τελείως από τους νικητές, αλλά και με την ελληνική γλώσσα. Πλήθος ελληνικών λέξεων πλάστηκαν και καθιερώθηκαν ως ένα είδος αθλητικής, πανελλήνιας ορολογίας, που με νοηματική ακρίβεια και σαφήνεια προσδιόρισε όλο το εύρος της παιδευτικής άθλησης: από τους αθλητικούς χώρους, τα γυμνάσια, τους γυμναστές και τους αθλητές μέχρι τα αθλήματα, τα αθλητικά όργανα και τα μέσα.

Μετά την αναβίωσή τους το 1896 στην Αθήνα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες απέκτησαν σύγχρονη, πανανθρώπινη, οικουμενική διάσταση. Το 2004, έναν ολόκληρο αιώνα μετά, διοργανώθηκαν και πάλι στην Αθήνα. Το Τρίγλωσσο Λεξικό Ορολογίας Ολυμπιακών Αθλημάτων της Ακαδημίας Αθηνών εκδόθηκε στο πλαίσιο αυτό, για να τιμήσει την 28η Ολυμπιάδα της Αθήνας. Το Κέντρον Ερεύνης Επιστημονικών Όρων και Νεολογισμών μετά από μια πυκνή αλληλογραφία με τις Αθλητικές Ομοσπονδίες της χώρας και τους τεχνικούς τους εκπροσώπους και σε συνεργασία πάντοτε με την Εφορευτική του Επιτροπή, επεξεργάστηκε μια ολοκληρωμένη Ελληνική Ορολογία για κάθε άθλημα (σε αντιστοίχιση με τις επίσημες γλώσσες των Ολυμπιακών Αγώνων, Γαλλική και Αγγλική) και παράλληλα μια ορολογία που αφορά πολλά από τα λειτουργικά καθήκοντα των υπευθύνων. Για τα αγωνίσματα που υπήρχαν στην αρχαιότητα (π.χ. στίβος) αναφέρονται και οι αρχαιοελληνικές ονομασίες (έφορος, αφέτης, αγωνοδίκης κ.λπ.).

Σήμερα πολλοί όροι των σύγχρονων ολυμπιακών αθλημάτων μεταφέρονται στη Νεοελληνική αυτούσιοι από τη Γαλλική ή την Αγγλική. Για παράδειγμα, βασικές λέξεις για το άθλημα της πυγμαχίας είναι οι όροι κροσέ, ντιρέκτ και νοκάουτ. Στους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες, στην πυγμή, όπως ονομαζόταν το άθλημα αυτό που πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια, αγωνίζονταν οι πυγμάχοι ή πύκται· οι ἀμφωτίδες ή ἐπωτίδες ήταν στρογγυλά κομμάτια από δέρμα που κάλυπταν για προστασία τα αφτιά των αθλητών, ενώ μειλίχαι ή στρόφια ή σφαῖραι λέγονταν οι ιμάντες, τα «γάντια» τους. Αναρωτηθήκαμε, λοιπόν, μήπως θα έπρεπε να τιθασεύσουμε την ανεξέλεγκτη εισροή ξένων λέξεων στην αθλητική ορολογία γενικότερα, με τα λόμπα, ράφτινγκ, κάτσερ, πίτσερ και τόσα άλλα που ακούμε και διαβάζουμε. Επειδή μάλιστα την ίδια επιθυμία για την δημιουργία και καθιέρωση μιας ελληνικής αθλητικής ορολογίας διαπιστώσαμε τόσο σε αθλητικές ομοσπονδίες όσο και σε σοβαρούς κύκλους δημοσιογράφων, αποκρυσταλλώθηκε η ιδέα να διατυπωθεί για κάθε ολυμπιακό άθλημα στην ελληνική γλώσσα ο βασικός πυρήνας ορολογίας του. Το εγχείρημα αυτό κρίθηκε αναγκαίο, πολύ περισσότερο που ο αθλητισμός και πολλά αθλήματα άρχισαν να διδάσκονται στα Τμήματα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου, όπου οι διδάσκοντες δεν έχουν πάντοτε στη διάθεσή τους ελληνικά βοηθήματα με την ορολογία των αθλημάτων.

Οι προτάσεις για καθιέρωση ελληνικών λέξεων για ορισμένα αθλήματα όπως ραβδοσφαίριση (αντί χόκεϊ), υδατοδρομία (για το κανό-καγιάκ), ποταμοδρομία (για το ράφτινγκ) αλλά και για αθλητικούς όρους όπως ταχυδότης, ποδολαβή, ψηλοκρεμαστή μπορεί και να μη γίνουν πάραυτα όλες αποδεκτές. Αν όμως κρίνει κανείς π.χ. από το ποδόσφαιρο όπου χάρη στην παιδεία καλών δημοσιογράφων κανείς πλέον ούτε λέει ούτε γράφει αράουτ, γκολκίπερ, γκολπόστ, σεντερφόρ, μπλοζόν αλλά επαναφορά από τα πλάγια, τερματοφύλακας, δοκάρι, κεντρικός επιθετικός, βουτιά, είναι δυνατόν με την βοήθεια των δημοσιογράφων, των αθλητικών εντύπων, των Αθλητικών Ομοσπονδιών και κυρίως των καθηγητών και δασκάλων να επικρατήσει σιγά-σιγά μια ελληνική ορολογία με λέξεις κατανοητές από όλους.

H ελληνική γλώσσα με τον τρισχιλιετή και πλέον ανεκτίμητο πλούτο της μπορεί να μας δώσει πρότυπα και για μια ακριβή και σαφή σύγχρονη αθλητική ορολογία. Η υιοθέτηση ή όχι των προτάσεών μας επαφίεται βέβαια στην κοινότητα των φυσικών ομιλητών της Ελληνικής.


(Αποσπάσματα από τον Πρόλογο του Δελτίου Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών [=ΔΕΟΝ] 8, Αθήνα 2004).

Βιβλιογραφικές αναφορές στο ΔΕΟΝ 8

6ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου – Αθήνα 1997, Αθήνα 1997 (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.).

Αρχαίος ελληνικός αθλητισμός, ιδεώδες και πραγματικότητα, Αθήνα, εκδ. Εξάντας, 1995.

Βρεττός Λ., Λεξικό τελετών, εορτών και αγώνων των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, εκδ. Κονιδάρη, 1999.

Γιαννάκης Θ., Λεξικό Αθλητισμού – Αρχαιοελληνικών Όρων, Ονομάτων και Πραγμάτων, Αθήνα 2000 (Ίδρυμα Ολυμπιακής και Αθλητικής Παιδείας).

Γρηγοράκης Α., Η τεχνική στην Ελληνορωμαϊκή Πάλη, Αθήνα 1990.

Διεθνείς Κανονισμοί Βόλλεϋ, 1997-2000, Αθήνα 1997 (Ομοσπονδία Διαιτητών Βόλλεϋ Ελλάδος).

Παντελοδήμος Δ. – Καϊτέρης Κ., Ελληνο-Γαλλικό Λεξικό, Αθήνα, εκδ. Kauffmann, 2002.

Ιστορία  των Ολυμπιακών Αγώνων, Αθήνα, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, 1976.

Κανονισμοί Αγώνων Ιστιοπλοΐας 2001-2004, Αθήνα  2001 (Διεθνής Ομοσπονδία Ιστιοπλοΐας).

Κανονισμοί Στίβου 2002-2003, Αθήνα 2002 (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.).

Κανονισμός Ποδοσφαίρου, Αθήνα 2000 (Ομοσπ. Διαιτητών Ποδοσφαίρου Ελλάδος).

Μπέρτσος Γ., Οδηγός των Σπορ, τομ. α΄- β΄, Αθήνα, εκδ. Πάπυρος Πρες, 1970.

Ολυμπιακοί Αγώνες, αναφορές – προσεγγίσεις, Αθήνα 2001 (ΥΠ.Ε.Π.Θ. – Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, Αθήνα 2004).

Παρτεμιάν Σ., Badminton, Θεσσαλονίκη 1993.

Σατρατζέμης Γ., Ενόργανη Γυμναστική Ανδρών, Γυναικών, τεύχος β΄, Αθήνα  1977.

 

Basketbol. Sportivnie Termini na piati Jazikah. Russki, Francais, English, Deutsch, Polski. (Καλαθοσφαίριση. Αθλητική ορολογία σε 5 γλώσσες), Μόσχα-Βαρσοβία, εκδ. Vezda Povshehna, 1979-1980.

Kozłowski M., A concise Dictionary of American Basketball, Warsaw 1997

Lexique anglais/français des sports olympiques, Jeux d’été, Paris, εκδ. INSEP-Publications, 2000.

Lust C. – Παντελοδήμος Δ., Γαλλο-Ελληνικό Λεξικό Kauffmann, Αθήνα, εκδ. Kauffmann, 1996.

Manuel Officiel 1973-4, London 1973 (Fédération Internationale d’Athlétisme Amateur).

Olympisches Sportwörterbuch, München, εκδ. Langenscheidt, 1972.

Oxford Dictionary Thesaurus and Wordpower Guide, Oxford, εκδ. Oxford University Press, 2000/2001.

Petrov R., The ABC of wrestling, Lausanne 1996 (FILA), (υπό έκδοση ελληνική μετάφραση Α. Γρηγοράκη).

Règlement Général 20e édition en vigueur au 1er Janvier 2000, Lausanne 2000 (Fédération Equestre Internationale).

Szentgyörgyi R. (compiled and edited), Table Tennis Dictionary in 6 Languages, Budapest 2002.

Ζieschang K., Αυτός είναι ο στίβος. Από τη θεωρία στην πράξη (μετάφρ. από τα Γερμανικά  Κ. Σταθάκης) Αθήνα, εκδ. Αλκυών, 1982.

Webster’s third new international Dictionary, vol. 1, 2, 3, Chicago, London, εκδ. Encyclopaedia Britannica, 1971.