Μελέτες Ιστορίας Δικαίου

Δρ. Νομ. ΛΥΔΙΑ ΠΑΠΑΡΡΉΓΑ–ΑΡΤΕΜΙΆΔΗ
Διευθύντρια Ερευνών-Διευθύνουσα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου

Τὸ Κέντρον Έρεύνης τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών ιδρύθηκε το 1929 με πρωτοβουλία του Δημήτριου Παππούλια με σκοπό την έρευνα του «μοναδικοῦ φαινομένου τῆς ἀδιαλείπτου ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ δικαίου» (Τό Ἑλληνικόν Ἀστικόν Δίκαιον ἐν τῇ ἱστορικῇ αὐτοῦ ἐξελίξει, Ἀθῆναι 1912, σσ. 8, 36-37). Από το 1948 αρχίζει η έκδοση του επιστημονικού περιοδικού Ἐπετηρίς τοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου, το οποίο από το τεύχος 10/11 και εφεξής μετονομάζεται σε Ἐπετηρίς τοῦ Κέντρου Ἐρεύνης τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου (= Ε.Κ.Ε.Ι.Ε.Δ, διεθνής συντομογραφία EHHD). Η περιοδική αυτή έκδοση που αριθμεί μέχρι σήμερα 46 τόμους δημοσιεύει εργασίες σχετικές με όλες τις περιόδους της ιστορίας του ελληνικού δικαίου. Από τον 34ο τόμο εγκαινιάσθηκε και η παράλληλη έκδοση Παραρτημάτων, ελληνικών και ξενόγλωσσων, με μονογραφίες ή εκδόσεις νομικών πηγών.

Η έρευνα της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, «κεντρικού άξονα ολόκληρου του οικοδομήματος του ελληνικού πνευματικού πολιτισμού», όπως έχει χαρακτηριστικά ειπωθεί (1), προσανατολίζεται στην κατανόηση της φύσεως και της δομής του ελληνικού δικαίου, όπως αυτό σχηματικά κατανέμεται στις διάφορες χρονικές περιόδους της πορείας του, σε συνάρτηση με τις ιστορικές εξελίξεις και τις πολιτειακές μεταβολές που συντελούνται εντός των εκάστοτε γεωγραφικών ορίων του ελληνισμού. Υπό την οπτική αυτή ενδιαφέρουσες είναι οι μελέτες που δημοσιεύθηκαν στην Επετηρίδα του ΚΕΙΕΔ από πλήθος ελλήνων και ξένων ιστορικών του δικαίου και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο πραγμάτευσης τα ακόλουθα κυρίως θέματα :

1) τους δικαιοπολιτικούς θεσμούς και τις γενικές αρχές του δικαίου, καθώς και την παρουσίαση και ερμηνεία των δικαιϊκών τεκμηρίων (επιγραφές, πάπυροι) όπως τα ζητήματα αυτά ανιχνεύονται στα αρχαία ελληνικά δίκαια ή μορφοποιούνται επιστημονικά κατά τη ρωμαϊκή περίοδο,

2) το φαινόμενο της «σύμπλεξης» ή «δημιουργικής συνύφανσης» των δικαίων του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου και τις αμφοτερόπλευρες επιδράσεις τους,

3)τη δικαϊκή πραγματικότητα της βυζαντινής περιόδου, όπως αυτή διαφαίνεται από έρευνες που εστιάζονται στις νομικές σπουδές, στη νομοθετική παραγωγή και στην ιδιωτική συλλεκτική και συγγραφική νομική δραστηριότητα, στη δικαστική και διοικητική αναδιοργάνωση, στα ζητήματα πολιτικής θεωρίας που σχετίζονται με την κρατική υπόσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, στην εκκλησιαστική διοίκηση και οργάνωση και στην φύση και έκταση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των εκκλησιαστικών αρχών, κατεξοχήν δε στη συστηματική έρευνα των πηγών του βυζαντινού δικαίου (που περιλαμβάνει και την πέραν των ορίων του Βυζαντίου συγγραφική παραγωγή) και στην περαιτέρω επεξεργασία και εμβάθυνση ή μετασχηματισμό του ρωμαϊκού δικαίου κατά τη βυζαντινή περίοδο,

4)την πολυπλοκότητα του δικαίου στον μεταβυζαντινό κόσμο. Στον τομέα αυτό desiderata της έρευνας αποτελούν, μέσω της συστηματικής μελετής των πηγών του δικαίου, οι επιμέρους παράμετροι και τοπικές εκφάνσεις του εθιμικού, βυζαντινορωμαϊκού, μουσουλμανικού-οθωμανικού και ενετικού δικαίου και η παράλληλη λειτουργική ισχύς των δικαίων αυτών, η τυπική και ουσιαστική μετεξέλιξη των βυζαντινών νομικών θεσμών κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η επιρροή του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου στα νομικά εγχειρίδια των παραδουναβίων ηγεμονιών και η ανίχνευση κοινών νομικών πρακτικών στη βαλκανική χερσόνησο, η φύση και η έκταση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των εκκλησιαστικών αρχών, η «οιονεί» νομοθετική δραστηριότητα που ανέπτυξε η Εκκλησία, οι αντιθέσεις μεταξύ του εφαρμοζόμενου από την Εκκλησία δικαίου με το Οθωμανικό δίκαιο ή με τις κωδικοποιήσεις εθίμων σε διάφορες περιοχές του οθωμανοκρατούμενου ελληνισμού,

5) την εξελικτική πορεία του ελληνικού δικαίου κατά τους νεότερους χρόνους, περίοδο για την οποία η έρευνα επικεντρώνεται στη νομική θεμελίωση του νέου ελληνικού κράτους, στη δικαστική και διοικητική του οργάνωση και στη συνακόλουθη νομική αντιμετώπιση των καίριων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που ανέκυψαν κάτω από την επίδραση των αλλεπάλληλων ιστορικών μεταβολών του 19ου αι.,

6) ττην κριτική έκδοση, σχολιασμό και αξιολόγηση των κειμένων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής νομικής γραμματείας και λοιπών διαγνωστικών πηγών του δικαίου καθώς και των νομικών εγγράφων της μετεπαναστατικής περιόδου και της περιόδου του νεοτέρου ελληνισμού. Μεταξύ των δημοσιευμάτων αυτών αξίζει να μνημονευθούν οι κριτικές εκδόσεις νομοκανονικών κειμένων και νομικών έργων ή συλλογών της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου όπως αυτές του Νομικοῦ Προχείρου του Μιχαήλ Φωτεινοπούλου, του Νομοκάνονος Γεωργίου Τραπεζουντίου, του κεφ. σξθ΄-σπη΄ Περί μνηστείας του Νομοκάνονος Μανουήλ Μαλαξοῦ, της Δικανικῆς Τέχνης του Δημητρίου Καταρτζή-Φωτιάδου, του Νόμου Δικανικοῦ του Διονυσίου Πύρρου, του σώματος των αποφάσεων της ελληνικής «κομπανίας» του Σιμπίου Τρανσυλβανίας, των απαντήσεων περί εθίμων των τοπικών αρχών του οθωμανοκρατούμενου ελληνισμού, των νομικών εγγράφων της Γραμματείας επί της Δικαιοσύνης της καποδιστριακής περιόδου, των πρώτων Ψηφισμάτων και Νόμων του μετεπαναστατικού και νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Επιπρόσθετα πολυπληθείς είναι οι εκδόσεις νοταριακών κωδίκων, λυτών νοταριακών, ιδιωτικών δικαιοπρακτικών και διοικητικών εγγράφων καθώς και κειμένων δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων των εκκλησιαστικών και κοινοτικών κριτηρίων ή δικαστικών επιτροπών και λοιπών βραχύβιων δικαστηρίων που λειτούργησαν σε διάφορες περιοχές του λατινοκρατούμενου και οθωμανοκρατούμενου ελληνισμού κατά τη μεταβυζαντινή, μετεπαναστατική και νεότερη περίοδο, και τέλος

7) ζητήματα ιστοριογραφίας, θεωρίας και μεθοδολογίας του δικαίου συναρτώμενα με την εξέλιξη της επιστήμης του δικαίου σε διάφορες ιστορικές περιόδους.

(1) J. DE ROMILLY, La loi dans la pensée grecque, Paris 1971, passim· Ν. ΠΑΝΤΑΖΌΠΟΥΛΟΣ, «Γένεσις καί ἀνέλιξις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου μέχρι τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος», Ἐφημερίς Ἑλληνικῆς καἰ Ἀλλοδαπῆς Νομολογίας 67 (1947-1951), 16 επ. (=ΕΕΠΣχΝομΟικΕπΠανΘεσσαλονίκης, τ. ΙΘ (1986), Ἀντιχάρισμα στόν Νικόλαο Ι. Πανταζόπουλο, τευχ. Α, 135, ιδίως σημ. 1 όπου και περαιτέρω βιβλιογραφικές αναφορές (όπου και παραπέμπεται). Πρβλ. και Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνικά Δίκαια, Ι, Ἀθῆναι 1968 (ανατ. 1978), 3 και Α. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, «Η θεωρία της ιστορικής συνέχειας του Ελληνικού Δικαίου μέσα από το έργο των Δημητρίου Παπππούλια και Νικολάου Πανταζόπουλου», ΕΚΕΙΕΔ 43 (2011), 207-208, ενώ ιδιαιτέρως εύγλωττο κρίνεται και το επεξηγηματικό κείμενο του Ιακώβου Βισβίζη, Διευθυντή επί σειράν ετών του ΚΕΙΕΔ, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Ἡ ἱστορία τοῦ δικαίου δέν ἀποβλέπει μόνον εἰς τήν ἔρευναν ἐνός ἑκάστου τῶν νομικῶν κανόνων καί θεσμῶν τοῦ παρελθόντος ἔθνους τινός, οἱ ὁποῖοι εἴτε διατηροῦνται-μεταμορφωμένοι ἤ μή-εἴτε δέν ζοῦν πλέον, ἀλλ᾽ ἔχει πολύ εὑρύτερον περιεχόμενον. Ἐξετάζει αύτούς ὡς ὀργανισμούς προωρισμένους διά τήν ἐπίτευξιν άποτελεσμάτων. Τήν ἐνδιαφέρει ἡ ζωή των, ἡ δρᾶσις των, ἡ δύναμίς των, δηλαδή τ᾽ ἀποτελέσματά των ἐπί τῶν πραγματικῶν σχέσεων, ἅς ἡ θέσις των ἐπρόκειτο να ἐξυπηρετήσῃ, ἤτοι αἱ παραχθεῖσαι νομικαί καταστάσεις, ἀκόμη ὅμως καί αὐταί αἱ παρουσιαζόμεναι, ἐνίοτε, ἀντινομικαί τοιαῦται. Οἱ ὀργανισμοί δέ οὗτοι ἑνός λαοῦ, λαμβανόμενοι ἐν τῷ συνόλῳ των, ἀποτελοῦν ἕν τῶν οὐσιωδῶν χαρακτηριστικῶν στοιχείων τῆς ἐθνικῆς ἀτομικότητός του» («Τό πρόβλημα τῆς ἰστορίας του μεταβυζαντινοῦ δικαίου», ΕΚΕΙΕΔ 6 (1955), 131).