Περίγραμμα της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου

Δρ. Νομ. ΛΥΔΙΑ ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ–ΑΡΤΕΜΙΑΔΗ
Διευθύντρια Ερευνών-Διευθύνουσα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου

Η αναγκαιότητα της συλλογής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών νομικών πηγών έγινε αντιληπτή ήδη κατά τις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης ελληνικού κράτους. Η ανεύρεση των γραπτών και άγραφων μνημείων της νομικής ιστορίας του Ελληνισμού δεν απέβλεπε απλώς και μόνον στην ανάδειξη των κειμένων αυτών ως άμεσων ή έμμεσων τεκμηρίων του προϊσχύσαντος βυζαντινού δικαιϊκού παρελθόντος. Κυρίως είχε έναν καθαρά πρακτικό σκοπό, άμεσα συνδεδεμένο με τις επιτακτικές ανάγκες της τρέχουσας δικαστικής πρακτικής: να επιστηρίξει το οικοδόμημα της ελληνικής αστικής νομοθεσίας επί των στοιχείων εκείνων που θα προέκυπταν από τη μελέτη και την αντιπαραβολή των πηγών αυτών (1).

Από επιστημονική άποψη, η ανάγκη της συστηματικής έρευνας του Μεταβυζαντινού, ως αυτοτελούς περιόδου του Βυζαντινού ή «Ελληνορωμαϊκού» Δικαίου (2), επρόκειτο να γίνει ευρύτερα αντιληπτή λίγο αργότερα, όταν κατά το έτος 1839, o κατ’ εξοχήν θεμελιωτής του κλάδου της ιστορίας του βυζαντινού δικαίου, μέγας ερευνητής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών πηγών, αλλά και υπέρμαχος της ιστορικής συνέχειας του δικαίου του ελληνισμού, γερμανός νομομαθής K. E. Zachariä von Lingenthal συνέλεξε και κατέταξε σε ιστορικό διάγραμμα τη νομική γραμματεία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου στην Historiae Juris Graeco–Romani delineatio (Heidelberg, 1839, σ. 85–92) (3). Η επακολουθήσασα άνθηση της εκδοτικής δραστηριότητας νομικών κειμένων της μεταβυζαντινής περιόδου, από έλληνες αλλά και ξένους μελετητές, θα σφραγίσει το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Μοιραίως ο πλούτος και η ποικιλομορφία των μεταβυζαντινών κειμένων ανέδειξε την αναπόφευκτη εξέλιξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, αλλά και την αλλαγή των γενικών ιδεών κατά τη μακρόχρονη περίοδο της οθωμανικής και φραγκικής κυριαρχίας. Κατ’ ακολουθίαν, διαπρεπείς πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι, όπως ο Δημήτριος Παππούλιας, ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, ο Γεώργιος Μαριδάκης και ο Γεώργιος Πετρόπουλος, υποστήριξαν την άποψη ότι μία εποπτική απεικόνιση των εγγράφων μνημείων του ξενοκρατούμενου ελληνισμού, καθώς και αυτών των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων, θα αναδείκνυε τις επιδράσεις του βυζαντινού στο μεταβυζαντινό δίκαιο. Αλλά και αντιστρόφως, θα συνέβαλε στη διαλεύκανση ποικίλων νομικών ζητημάτων της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Η θέση αυτή ενέπνευσε και τον Δημήτριο Γκίνη. Διακεκριμένος ερευνητής στον τομέα της ιστορίας του δικαίου, ο Δημήτριος Γκίνης, θα προχωρήσει στην πρώτη συστηματική καταγραφή των έως τότε γνωστών ανέκδοτων χειρογράφων καθώς και των δημοσιευθεισών πηγών της μεταβυζαντινής περιόδου στο μνημειώδες έργο του «Περίγραμμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου» το οποίο, ως γνωστόν, είδε το φώς της δημοσιότητας το έτος 1966 στον 26ο τόμο της σειράς των Πραγματειῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν.

Ήδη, μετά την πάροδο 45 ετών από την έκδοση του εποπτικού αυτού έργου και των δύο μικρών συμπληρωμάτων του που δημοσιεύθηκαν σε δύο τεύχη της Ἐπετηρίδος τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν των ετών 1972–73 και 1977–78 (4) , έχει πλέον εδραιωθεί η πεποίθηση ότι το «Περίγραμμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου» συνέβαλε αποφασιστικά στη μελέτη της μεταβυζαντινής, ως της τελευταίας περιόδου της ιστορικής εξελίξεως του Ελληνικού Δικαίου, αλλά και στην εξέλιξη της έρευνας σε τομείς οι οποίοι έως τότε παρέμεναν, ειδικά για τους νομικούς, terra incognita (5). Έκτοτε το ανανεωμένο επιστημονικό ενδιαφέρον περί την έρευνα των θεσμών της περιόδου αυτής απέδωσε ως καρπούς πολυπληθείς δημοσιεύσεις νομικών μεταβυζαντινών πηγών, ο όγκος και η διασπορά των οποίων επέβαλαν μία νέα προσπάθεια συστηματικής περισυλλογής και παρουσίασής τους. Η αναγκαιότητα αυτή έγινε αντιληπτή από τον εμβριθή μελετητή της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου Καθηγητή της Ιστορίας του Δικαίου και Ακαδημαϊκό Μενέλαο Τουρτόγλου (1921-2013), ο οποίος εισηγήθηκε προς την Εφορευτική Επιτροπή την ανάθεση στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, ως το κατ’ εξοχήν αρμόδιο για την συλλογή και έρευνα των νομικών πηγών του ελληνικού δικαίου, συλλογικού ερευνητικού προγράμματος υπό τον τίτλο Περίγραμμα της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου.Με την έκδοση των δύο νέων τόμων του Περιγράμματος της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου στη σειρά των Πραγματειών όπου είχε δημοσιευθεί ο πρώτος τόμος του Περιγράμματος του Δημ. Γκίνη, η Ακαδημία Αθηνών παραδίδει στους ερευνητές της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού ένα έργο υποδομής για περαιτέρω έρευνα της ιστορίας του μεταβυζαντινού δικαίου. Πρόκειται συγκεκριμένα για τους δύο ακόλουθους τόμους, από τους οποίους ο πρώτος περιλαμβάνει τις ελληνόγλωσσες νομικές πηγές και ο δεύτερος τις λατινικές, ιταλικές και γαλλικές νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου του ελληνικού δικαίου :

  1. 1. Λυδία Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη, Ηλίας Αρναούτογλου, Ιωάννης Χατζάκης, Περίγραμμα Ιστορίας Μεταβυζαντινού Δικαίου. Τα ελληνικά κείμενα, Εισαγωγή–Επιστημ. επιμέλεια, Λυδία Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη [Πραγματεῖαι της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 63], Αθήναι 2011, 726 σελ., ISBN: 978-960-404-204-3 [βλ. την εισαγωγή και τις αρχές-μεθοδολογία της έκδοσης στη Συλλογή Μελέτες Ιστορίας Δικαίου (συγγραφεύς Λυδία Παπαρήγα-Αρτεμιάδη)]. Στην έκδοση περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν οι ελληνόγλωσσες νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί ως πλήρες κείμενο, σε μελέτες που εκδόθηκαν μεταξύ του έτους 1978 (έτος εκδόσεως του τελευταίου συμπληρώματος του Περιγράμματος από τον Δημ. Γκίνη στον τόμο 43 της Ἐπετηρίδος τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν) και του έτους 2007. Επίσης περιελήφθησαν και ελληνόγλωσσες νομικές πηγές οι οποίες είχαν δημοσιευθεί πριν από το έτος 1978, αλλά εκ παραδρομής είχαν παραλειφθεί στο αρχικό Περίγραμμα του Δημ. Γκίνη και στα επακολουθήσαντα δύο Συμπληρώματα αυτού (βλ. την εισαγωγή και αρχές έκδοσης στη Συλλογή, μελέτες Ιστορίας Δικαίου).

  2. 2. Ιωάννης Χατζάκης, Περίγραμμα Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου του Λατινοκρατούμενου Ελληνισμού. Τα λατινικά, ιταλικά και γαλλικά κείμενα,Εισαγωγή–επιστ.επιμέλεια, Ιωάννης Χατζάκης [Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 65], Αθήναι 2012, 471 σελ., ISBN: 978-960-404-228 [βλ. την εισαγωγή και τις αρχές της έκδοσης στη Συλλογή, Μελέτες Ιστορίας Δικαίου)(συγγραφεύς Ιωάννης Χατζάκης)]. Στην έκδοση περιλαμβάνονται οι ξενόγλωσσες νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου. Επειδή μάλιστα ο τόμος του Περιγράμματος του Δημητρίου Γκίνη ερανίζει ελάχιστα λατινικά ή ιταλικά έγγραφα, κρίθηκε σκόπιμο να περιληφθούν στον τόμο αυτό οι πολυπληθείς εκδόσεις νομικών πηγών του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού που είδαν το φως της δημοσιότητας από τα μέσα περίπου του 19ου αι., ενώ ως καταληκτήρια χρονολογία λήφθηκε και πάλι υπόψιν το έτος 2007 (βλ. την εισαγωγή και αρχές έκδοσης στη Συλλογή, μελέτες Ιστορίας Δικαίου).


(1) Βλ. τα σχετικά κείμενα στους Ν. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ, Άπὸ τῆς «Λογίας» παραδόσεως εἰς τὸν Ἀστικὸν Κώδικα. Συμβολή εἰς τήν ἱστορίαν τῶν πηγῶν τοῦ νεοελληνικοῦ δικαίου, Ἀθῆναι 1947, σ. 165-182, Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ, Ἱστορία καὶ Εἰσηγήσεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου ὡς εἰσαγωγὴ εἰς τὸν Ἀστικὸν Κώδικα καὶ εἰς τὸ προϊσχῦσαν αὐτοῦ Ἀστικὸν Δίκαιον (ἐπιμ. ἐκδ. Μ. ΤΟΥΡΤΟΓΛΟΥ), τ. 1, Ἀθῆναι 1963, σ. 373 επ., Χ. ΠΡΑΤΣΙΚΑ, «Ὁ Ἀστικὸς τῆς Ἑλλάδος Κώδηξ. Δύο νομικαὶ ἑκατονταετηρίδες 1830–1930/1835–1935», Θέμις (Θ. & Π. Ἀγγελόπουλων–Χ. Πράτσικα) 41 (1930), σ. 273–274, Η. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Τα Συντάγματα της Ελλάδος, Αθήνα 1960, Τμήμα Γ´, κεφάλαιο Α´, στοιχείο γ´, σ. 653-654 . Βλ. επίσης G.–L. VON MAURER, Das griechische Volk, Heildeberg 1835 και σε ελλ. μετ. Ε. Καραστάθη, Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός., τ. Α´, σ. 162 επ., 198 επ. / τ. Β, σ. 191 επ., και κυρίως 288 επ. ·Δ. ΠΑΣΧΑΛΗΣ, «Νομικὰ ἔθιμα τῆς νήσου Άνδρου», Ἀρχεῖον Οἰκονομικῶν καὶ Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν 5 (1925), σ. 3–6 · ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Κυκλαδικὰ θέσμια μετ’ ἀνεκδότων ἐγγράφων», Ἀρχείον Ἰδιωτικοῦ Δικαίου 6 (1939), σ. 217 επ· Ἰ. ΒΙΣΒΙΖΗΣ, «Τὰ ἐρωτήματα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἔτους 1833 καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῶν απαντήσεις τῶν τοπικῶν αρχῶν», ΕΑΙΕΔ 9 (1962), σ. 72.
(2) Ο όρος «Ελληνορωμαϊκό Δίκαιο» εισήχθη από τον πρωτοπόρο ουμανιστή JOHANNES LEUNCLAVIUS (1533-1593) στο έργο του Jus Graecoromanum: Juris Graecoromani, tam canoniciquam civilis tomi duo .... (επιμ. M. F. FREHER), Frankfurt 1596 (ανατ. Gregg Intern. Publishers Limited 1971 με εισαγωγή του J. M. HUSSEY). Η χρήση του, ως ταυτόσημου με τον όρο «Βυζαντινό Δίκαιο», οφείλεται στην θεώρηση του βυζαντινού ως δικαίου προελθόντος από τη δημιουργική συνύφανση του ελληνικού και του ρωμαϊκού δικαίου σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου [βλ. σχετικά την ειδική μνεία του O. LENEL στην παρουσίασή του της ιστορίας του ρωμαϊκού δικαίου στην Enzyklopaedie der Rechtswissenschaften de Holtzendorff–Kohler I (1915), σ. 387· F. REGELSBERGER (μετ. Γ.Σ. ΜΑΡΙΔΑΚΗ), Γενικαὶ Ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου τῶν Πανδεκτῶν2,τ. 1, Ἀθῆναι 1935, σ. 50· πρβλ. ομοίως και H. E. TROJE, Graeca Leguntur, [Forschungen zur Neueren Privatrechtsgeschichte 18)], Böhlau-Verlag-Köln-Wien 1971, σ. 269-270. Ιδιαιτέρως ενδεικτική για την υιοθέτηση του όρου ελληνορωμαϊκό δίκαιο, ως ταυτόσημου κυρίως με το δίκαιο της μεταϊουστινιάνειας βυζαντινής περιόδου, είναι η ευρεία χρήση του στην σχετική εργογραφία επιφανών ρωμαϊστών του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αι. (VITO LA MANTIA, C. FERRINI, L. SICILIANO–VILLANUEVA, F. BRANDILEONE, K. KRUMBACHER, P. COLLINET κ. ά. περί των οποίων βλ. τις σχετικές ειδικές αναφορές στον Α. BERGER, «Pourquoi Jus Graeco-Romanum? Autour d’une Terminologie», Annuaire de l’Institute de Philologie et d’Histoire Orientales et Slaves 7 (1937-1944), σ. 360-362. Επίσης και η ενσωμάτωσή του στον τίτλο του εξαγγελθέντος, κατά τη διάρκεια των εργασιών του 4ου και 5ου Διεθνούς Συνεδρίου Βυζαντινών Σπουδών, ερευνητικού προγράμματος Corpus Scriptorum Juris Graeco-Romani (Σόφια, 1934/Ρώμη, 1936). Τέλος η ρητή αναφορά του ιδίου όρου στους τίτλους του έργου Jus Graecoromanum των ΙΩ. ΚΑΙ ΠΑΝ. ΖΕΠΟΥ (τ. 1–8, Αθήναι 1931 (ανατ. Aalen 1962), καθώς και της ευρείας επισκόπησης της ιστορίας των πηγών του βυζαντινού δικαίου από τους N. VAN DER WAL–J. H. A. LOKIN ( Historiae Juris Graeco–Romani Delineatio. Les sources du droit byzantin de 300 à 1453, Groningen 1985).
(3) Ακολούθως o Gustav Ernst Heimbach δημοσίευσε εκτενή μελέτη για το δίκαιο του μετά την Άλωση Ελληνισμού. Στην αυγή του 20ου αι., κατά τη Συνεδρία της Διεθνούς Ενώσεως των Ακαδημιών (Παρίσι 1901), η Βαυαρική Ακαδημία, παρακινηθείσα πιθανώς και από τους πρώτους καταλόγους βυζαντινών και μεταβυζαντινών χειρογράφων που είχαν συντάξει ήδη από το 1845 έλληνες ερευνητές (Σακελλίων, Λάμπρου, Παπαδόπουλος, Βρετός, Κομανούδης, Σπανδωνής), θα εισάγει τη ρηξικέλευθη πρόταση για την εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος, το οποίο θα έχει ως στόχο την έκδοση σε αυτοτελή συλλογή και τη συστηματική επεξεργασία, όχι μόνον των βυζαντινών, αλλά και των μεταγενέστερων ελληνικών πηγών.
(4) Δ. ΓΚΙΝΗΣ, «Περίγραμμα Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου. Συμπλήρωμα Πρῶτον»,, ΕΕΒΣ 39-40 (1972-1973), Λειμών. Τιμητική προσφορά τῷ καθηγητῇ Νικολάῳ Β. Τωμαδάκῃ, σ. 201–246· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Περίγραμμα Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου. Συμπλήρωμα Δεύτερον», ΕΕΒΣ 43 (1977–1978), σ. 152–187.
(5) Ιδιαίτερα σημαντική για τη διάνοιξη νέων ερευνητικών πεδίων είναι και η παράθεση της πληθώρας των νομικών εκδόσεων του τέλους του 18ου-αρχών του 19ου αιώνα, οι οποίες φιλοξενούν πηγές μεγίστης σημασίας για τον πολιτειακό, νομικό, οικονομικό και εκκλησιαστικό βίο των Ἐλλήνων της διασποράς, των Ιονίων Νήσων κ.α.