Νομικές πηγές της Μεταβυζαντινής Περιόδου και της περιόδου του Νεότερου Ελληνισμού

Δρ. Νομ. ΛΥΔΙΑ ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ–ΑΡΤΕΜΙΑΔΗ
Διευθύντρια Ερευνών-Διευθύνουσα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου

Η αυτοτέλεια και ιδιομορφία της περιόδου του Mεταβυζαντινού Δικαίου (1) έχει επανειλλημένως τεκμηριωθεί με ποικίλα και πειστικά επιχειρήματα από διακεκριμένους ιστορικούς του δικαίου (Δημήτριος Παππούλιας, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, Γεώργιος Πετρόπουλος, Παναγιώτης Ζέπος, Μενέλαος Τουρτόγλου, Χαράλαμπος Παπαστάθης, Γεώργιος Νάκος. Δέσποινα Τσούρκα- Παπαστάθη). Παρά ταύτα η τελευταία αυτή περίοδος της εξελικτικής πορείας του ελληνικού δικαίου δεν έχει καλλιεργηθεί επαρκώς(2).

Η πολυμορφία της μεταβυζαντινής, ως περιόδου της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού δικαίου με ιδιαίτερα έντονα και αυτοτελή χαρακτηριστικά, αναδεικνύεται καταρχήν μέσα από την εμφάνιση ιδιόμορφων δικαιοπολιτικών καθεστώτων που σηματοδοτούν την έναρξη αλλά και τη λήξη της πολυτάραχης αυτής περιόδου (3). Ως προς την έναρξη, χαρακτηριστικά είναι εκείνα τα οποία αναπτύχθηκαν στις περιοχές της φραγκικής (1192-1489) και ακολούθως βενετικής (1489-1571) Κύπρου, του Δουκάτου των Αθηνών (1204-1456), του Πριγκηπάτου της Αχαΐας ή του Μορέως (1205-1452), της βενετοκρατούμενης Κρήτης (1211-1669), του Δουκάτου του Αιγαίου (1212/14-1566), των βενετοκρατούμενων Επτανήσων (κυρίως από τα μέσα του 14ου έως τέλη του 18ου αι.), της Ρόδου των Ιωαννιτών Ιπποτών (1346/7-1522), της γενοβέζικης Χίου (1346-1566) κ.λπ. Κατά την εκπνοή πλέον της ιδίας περιόδου ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δικαιοπολιτικά καθεστώτα της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807) και του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων [1815-με καταληκτικό όριο της μεταβυζαντινής περιόδου το 1841 (εισαγωγή Ιονίου Αστικού Κώδικα) ή την ένωση των νήσων με την Ελλάδα το 1864] η Ηγεμονία της Σάμου [1832-με καταληκτικό όριο μεταβυζαντινής περιόδου το 1897 (εισαγωγή Σαμιακού Αστικού Κώδικα) ή την ένωση της νήσου με την Ελλάδα το 1913] καθώς και τα καθεστώτα που διαμορφώθηκαν στην Κρήτη, αρχικά κατά την περίοδο της Ημιαυτονομίας της νήσου (1867-1898), και στη συνέχεια την περίοδο της Κρητικής Αυτονόμου Πολιτείας [1898 - καταληκτικό χρονικό όριο μεταβυζαντινής περιόδου το 1903 (εισαγωγή Αστικού Κώδικα Κρήτης) ή την ένωση της νήσου με την Ελλάδα το 1913].

Η κατάλυση της βυζαντινής νομιμότητας και η ανά περιοχές υποκατάστασή της από δικαιϊκά συστήματα πλειόνων και εναλλασσόμενων κατακτητών επέφερε, όπως ήταν αναμενόμενο, την επιβολή του συστήματος δημοσίου δικαίου του εκάστοτε επικυρίαρχου. Τα συστήματα αυτά προσαρμόσθηκαν στις ιδιαιτερότητες της κάθε περιφέρειας με κύριο γνώμονα τις εκάστοτε κρατούσες πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες και μετά από συνεκτίμηση των τοπικών αναγκών και συνθηκών, ενίοτε δε, και την πρόσφορη αξιοποίηση πρακτικών που αποτελούσαν κατάλοιπα του βυζαντινού παρελθόντος. Οι εξελίξεις αυτές, πολύ σημαντικές για τη διαμόρφωση, κατά περιοχές, μίας νέας κοινωνικής και οικονομικής διαστρωμάτωσης, βαίνουν παράλληλα με τις αλλαγές που επήλθαν ως προς τη ρύθμιση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου των γηγενών πληθυσμών. Ειδικότερα όσον αφορά τους νομικούς θεσμούς του εμπραγμάτου και ενοχικού δικαίου, η μεταφορά νομικών κανόνων που προέρχονται από εξωγενή δικαιϊκά συστήματα θα τροποποιήσει ή θα ανατροφοδοτήσει, σε τοπικό επίπεδο, τους βυζαντινούς νομικούς θεσμούς με ποικίλα στοιχεία προερχόμενα είτε από το φεουδαλικό είτε από το βενετικό δίκαιο. Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται και στις οθωμανοκρατούμενες περιοχές όπου επίσης, και κυρίως όσον αφορά στις μορφές εκμετάλλευσης και παραχώρησης των δημοσίων γαιών, ανιχνεύονται σαφείς παρεμβάσεις του μουσουλμανικού-οθωμανικού δικαίου. Σε αντίθεση ωστόσο με όσα προαναφέρθηκαν, οι κληροδοτηθέντες από το βυζαντινό παρελθόν θεσμοί του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου θα επιδείξουν, στις περιοχές κυρίως που θα παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό καθεστώς οθωμανικής κυριαρχίας, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα (4).

Η σύντομη αυτή επισκόπηση ορισμένων μόνο από τις βασικές ιδιαομορφίες που παρουσιάζει το μεταβυζαντινό δίκαιο αναδεικνύει την αξία της περισυλλογής, έκδοσης, σχολιασμού και συστηματικής μελέτης των κειμένων της μεταβυζαντινής νομικής γραμματείας τα οποία είτε αυτοτελώς, είτε δια του συσχετισμού τους με τις ιστορικές και φιλολογικές πηγές και τα πορίσματα της μεταβυζαντινής αλλά και της προγενέστερης βυζαντινής περιόδου, αποδίδουν ανάγλυφη την εικόνα του απονεμόμενου “ζωντανού” δικαίου και το νομικό του υπόβαθρο (5). Για τον λόγο αυτό άλλωστε οι πηγές αυτές μπορούν να διαλευκάνουν πληρέστερα όλα εκείνα τα ζητήματα τα οποία ανακύπτουν από τη νομική ανομοιομορφία του μεταβυζαντινού κόσμου (6). Τέλος, ανβάλογο, αν και ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πρακτική νομική άποψη, παρουσιάζουν οι νομικές πηγές του νεοτέρου ελληνισμού οι οποίες μας αποκαλύπτουν, όχι μόνον τις ιδιομορφίες και διακυμάνσεις της νεοελληνικής δικαιϊκής πραγματικότητας, αλλά και τις επιβιώσεις θεσμών που διαμορφώθηκαν κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο.

Τέλος ανάλογο, αν και ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον από άποψη νομικής πρακτικής, παρουσιάζουν οι νομικές πηγές του νεοτέρου ελληνισμού οι οποίες μας αποκαλύπτουν, όχι μόνον τις ιδιομορφίες και διακυμάνσεις της νεο-ελληνικής δικαϊκής πραγματικότητας, αλλά και τις επιβιώσεις θεσμών που διαμορφώθηκαν κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο.

(1) Για τους λόγους για τους οποίου προκρίνται, ως ορθότερος, ο όρος «Μεταβυζαντινό Δίκαιο» έναντι του όρου «Δίκαιο τοῦ μετά τὴν Ἅλωσιν Ἑλληνισμοῦ» βλ. ενδεικτικά Δ. ΓΚΙΝΗΣ, Περίγραμμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τ. 26 (1966), 8-9· ΙΑΚ. ΒΙΣΒΙΖΗΣ, «Τό πρόβλημα τῆς Ἰστορίας τοῦ Μεταβυζαντινού Δικαίου», Ἐπετηρίς Ἀρχείου Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου 6 (1955), 131 σημ. 1· Γ. ΝΑΚΟΣ, «Ἡ προβληματική τῶν οὐσιαστικῶν ὁρίων λειτουργίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου», Ἀφιέρωμα είς τόν Κωνσταντῖνον Βαβοῦσκον, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1989, 259-260 σημ. 13.
(2) Τούτο θα πρέπει πρωτίστως να αποδοθεί στην γλωσσική ιδιαιτερότητα που παρουσιάζουν αρκετές από τις μεταβυζαντινές νομικές πηγές καθώς και στο γεγονός ότι η δημοσίευσή τους επιχειρείται σε ποικίλα και διάσπαρτα έντυπα ή σε ιδιωτικές εκδόσεις όπου η πρόσβαση δεν είναι πάντα εύκολη για τους ερευνητές. Ως πρόσθετος ανασταλτικός παράγοντας μπορεί να αναφερθεί η ανάγκη της εναρμόνισης του δικαίου του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με το τότε ισχύον στην ηπειρωτική Ευρώπη, που ήταν κατά βάση το ιουστινιάνειο δίκαιο. Ως εκ τούτου, τα Πολιτεύματα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, τα Ψηφίσματα της Ελληνικής Πολιτείας του Ιω. Καποδίστρια, κυρίως δε το Διάταγμα της Αντιβασιλείας Περί Πολιτικοῦ Νόμου της 23.2/7.3.1835 που συνέταξε ο G. L. von Maurer, όρισαν το βυζαντινορωμαϊκό "δίκαιον τῶν χριστιανῶν ἡμῶν αὐτοκρατόρων", ως ισχύον ιδιωτικό δίκαιο (παράλληλα ή συμπληρωματικά με τα τοπικά έθιμα). Επομένως, μέχρι τη θέση σε εφαρμογή του Αστικού Κώδικα, το έτος 1946, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ρύθμιζε τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου στην Ελλάδα με άμεση συνέπεια να κατέχει τη δεσπόζουσα θέση και στην έρευνα της ιστορίας του ισχύοντος τότε ιδιωτικού δικαίου.
(3) Σύμφωνα με το κριτήριο που υιοθέτησαν οι Δ. Γκίνης και Ιακ. Βσβίζης, η έναρξη και η λήξη της περιόδου του Μεταβυζαντινού Δικαίου δεν είναι ενιαία ανά περιοχή του ξενοκρατούμενου Ελληνισμού. Αφενός μεν η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 δεν απετέλεσε το μοναδικό χρονικό όριο για την περιέλευση μεγάλων τμημάτων της βυζαντινής αυτοκρατορίας σε οθωμανούς ή άλλους κατακτητές, αφετέρου δε δεν υπάρχουν εναιαία κριτήρια σχετικά με τη λήξη του μεταβυζαντινού δικαίου σε διάφορα τμήματα του Ελληνισμού μετά την επανάσταση. Βλ. αναλυτικότερα Δ. ΓΚΙΝΗΣ, Περίγραμμα της Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου, ό.π., 9· ΙΑΚ. ΒΙΣΒΙΖΗΣ, Το πρόβλημα της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου, ό.π., 137 επ. Διαφοροποιημένες ωστόσο απόψεις ως προς την έναρξη-λήξη του μεταβυζαντινού Δικαίου υποστήριξαν οι Δ. ΠΑΠΠΟΥΛΙΑΣ, Π. ΖΕΠΟΣ, Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ, Γ. ΝΑΚΟΣ ΚΑΙ Μ. ΤΟΥΡΤΟΓΛΟΥ. Βλ. τη σχετική βιβλιογραφία στην Λ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ-ΑΡΤΕΜΙΑΔΗ, Εισαγωγή, στον τόμο Λ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ, Η. ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ, Ι. ΧΑΤΖΑΚΗΣ, Περίγραμμα της Ιστορίας του μεταβυζαντινού Δικαίου. Τα ελληνικά κείμενα, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τ. 63 (2011), 155 σημ. 73.
(4) Προς την κατεύθυνση αυτή ως αποφασιστική εκτιμάται η συμβολή μιας πλειάδας παραγόντων ανάμεσα στους οποίους αξίζει ιδιαιτέρως να επισημανθούν: Ι. Η αναγνώριση από τον οθωμανό κατακτητή της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των εκκλησιαστικών αρχών επί των διαφορών που σχετίζονται με τις προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, τη λύση και ακύρωση του γάμου, τις οικονομικές συνέπειες της μνηστείας και της μη ιερολογημένης συμβίωσης, τις περιουσιακές σχέσεις γονέων και τέκνων (γνησίων ή θετών), ΙΙ. Η σταδιακή επέκταση της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας σε θέματα που δεν σχετίζονταν άμεσα με το δικαιοδοτικό της έργο επί τῃ βάσει ενός “τεκμηρίου αρμοδιότητας” που προήλθε από την ηγετική θέση της Εκκλησίας μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού και ΙΙΙ. Η ευρύτατη χρήση κατά την απονομή της δικαιοσύνης των νομοκανονικών συλλογών και η οιονεί “νομοθετική” δραστηριότητα που ανέπτυξε η Εκκλησία σε θέματα που άπτονταν της δικαιοδοσίας της. Τέλος δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την κωδικοποιητική δραστηριότητα που ανέπτυξαν οι φαναριώτες ηγεμόνες στις παραδουνάβιες χώρες με πρότυπο βυζαντινά νομικά κείμενα αστικού και ποινικού δικαίου [«Νομικόν Πρόχειρον» Μιχαήλ Φωτεινοπούλου (Βουκουρέστιο 1765), «Συνταγμάτιον Νομικόν» (1780), «Κῶδιξ Πολιτικός Πριγκηπάτου Μολδαβίας» (Ιάσιο 1816), «Κῶδιξ Οὐγγροβλαχίας» (Βιέννη 1818)].
(5) Δ. ΠΑΠΠΟΥΛΙΑΣ, Τό Ἑλληνικόν Ἀστικόν Δίκαιον ἐν τῇ ἰστορικῇ αὐτοῦ ἐξελίξει, Ἀθῆναι 1912, 31-32· Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ-ΝΟΥΑΡΟΣ, «Λαϊκόν καί ἐπίσημον δίκαιον εἰς τἠν νομικήν ζωήν», στον τόμο Δίκαιον καί Κοινωνική Συνείδησις, Ἀθῆναι 1972, 37 επ. · Μ. ΤΟΥΡΤΟΓΛΟΥ, «Ἡ νομολογία τῶν κριτηρίων τῆς Μυκόνου (17ος -19ος αἰ.)», Ἑπετηρίς Κέντρου Ἐρεύνης τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου 27-28 (1980-1981), Ἀθῆναι 1985, 3.
(6) Οπως για παράδειγμα: α) την έκταση και τους τρόπους διάχυσης του βυζαντινού νομικού συστήματος στους πληθυσμούς που παρέμειναν εγκατεστημένοι στον τουρκοκρατούμενο και λατινοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, β) τον βαθμό της επιβίωσης γενικών ή τοπικών εθιμικών αρχών ή συνηθειών στο εσωτερικό των κυρίαρχων εννόμων τάξεων, γ) τη διακρίβωση του κατά περίπτωση επικρατέστερου δικαιϊκού υποστρώματος όταν εφαρμόζονται αναλόγου περιεχομένου διατάξεις φραγκικού, βενετικού ή βυζαντινού δικαίου, δ) τις ομοιότητες ή διαφοροποιήσεις που παρουσιάζει το νομικό καθεστώς των διαφόρων λατινοκρατούμενων περιοχών, ε) τη διοικητική και δικαστική οργάνωση των κοινοτήτων και την εξέλιξη της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας, στ) τη σχέση μεταξύ εθιμικού δικαίου, βυζαντινής νομοθεσίας και φεουδαλικών, βενετικών ή οθωμανικών νομικών θεσμών, η) τη φύση και την έκταση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των εκκλησιαστικών αρχών καθώς και της “νομοθετικής” δραστηριότητας που ανέπτυξε η Εκκλησία κατά την τουρκοκρατία κυρίως σε σχέση με ορισμένους ιδιόρρυθμους θεσμού του εθιμικού οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, θ) τις τυχόν κοινές νομικές πρακτικές στην οθωμανοκρατούμενη βαλκανική χερσόνησο που αποτελούν ενδεχομένως ενδείξεις της διαμόρφωσης ενός ευρύτερου «νομικού πολιτισμού» στην περιοχή.