Γύφτος

Ενότητα:

Διαλεκτικό υλικό των εκδεδομένων τόμων του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Ακαδημίας Αθηνών

Λήμμα

Γύφτος

Τύπος

Λήμμα

Μέρος του λόγου

Ουσιαστικό

Γένος

Αρσενικό

Τυπολογία

Γύφτος ὁ, κοιν. γύφτους βόρ. ἰδιώμ. γιˬούφτος Ἀθῆν. (παλαιότ.) Καππ. (Μισθ.) Στερελλ. (Μαλεσ.) κ.ἀ. γιˬούφτους Βάρν. Θεσσ. (Κακοπλεύρ. Φωτειν.) Μακεδ. (Ἀρέθ. Ἀρν. Βογατσ. Βόιον Βρία Γαλατ. Γιδ. Δαμασκην. Ἐλευθερ. Ἐράτυρ. Κοζ. Κολινδρ. Μελέν. Μεσολακκ. Μοσχοπόταμ. Νιγρίτ. Σέρρ. Σιάτ. Σταν. Σταυρ. Στεφανιν. Φλόρ. Χαλκιδ.) γύφτης Μῆλ. Πάρ. (Νάουσ.) Πελοπν. (Δημητσάν.) Χίος (Δάφν.) γύφτ᾿ς Θρᾴκ. (Ἀδριανούπ.) γιˬούφτης Μακεδ. (Θεσσαλον.) γύφτε Τσακων. (Βάτικ. Μέλαν. Πραστ. Τυρ. Χαβουτσ. κ.ἀ.) ᾿ύφτος Νάξ. (Ἀπύρανθ.) Σκῦρ. ιˬούφτους Μακεδ. (Βέρ. Σιάτ. κ.ἀ.) ᾿ύφτης Νάξ. (Ἀπύρανθ.) γ᾿φτὸς Πάρ. (Λεῦκ.) Θηλ. γύφτισσα κοιν. γύφτ᾿σσα πολλαχ. βορ. ἰδιωμ. γύφτιτσα Χίος (Νένητ.) γιˬούφτισσα Μακεδ. (Ἄσσηρ. Καστορ.) γιˬούφτ᾿σσα Μακεδ. (Ἄνω Κώμ. Βογατσ. Βόιον Μελέν. Νιγρίτ. Χαλκιδ.) ᾿ύφτισσα Νάξ. (Ἀπύρανθ.) ᾿ύφτιˬα Σκῦρ. Πληθ. ἀρσ. γύφτες Πάρ. ιˬούφτσοι Μακεδ. (Σιάτ.) ᾿ύφτηδοι Νάξ. (᾿Απύρανθ.) γυφταῖοι Πελοπν. (Βραχν.) γύφτιξες Χίος (Νένητ.)

Ετυμολογία

Ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ Αἰγύπτιˬος. Βλ. D. Georgacas, Glotta 29 (1942), 156 κ.ἑξ. Ὁ τύπ. Αἰγύπτισσα, παρὰ τὸν ὁπ. Αἰγύφτισσα, ἤδη Βυζαντ. Βλ. Πουλλολόγ. στ. 417 (ἔκδ. Wagner, 191). Διὰ τὸν τύπ. γ᾿φτὸς βλ. Ι. Κακριδ., Νόμ. ἀποβολ. τονουμ. φωνηέντ., 10. Διὰ τὸν πληθ. ιˬούφτσοι βλ. Α. Τσοπανάκ., Σιατιστ. ἰδιώμ., Μακεδονικὰ 2 (1950), 275.

Σημασιολογία

Α) Κυριολ. 1) Ἀθίγγανος, νομάς, σκηνίτης ἢ μονίμως ἐγκατεστημένος που προχείρως, μελαψὸς τὴν χροιάν, χειρῶναξ κοιν. καὶ Τσακων. (Βάτικ. Χαβουτσ.): Ἦρθαν κ᾿ ἐφέτος οἱ γύφτοι καὶ στήσαν τὰ τσαντίρια τους ἔξω ἀπὸ τὸ χωριˬό μας. Ἕνα κοπάδι γύφτοι μὲ τὶς γύφτισσες καὶ τὰ γυφτόπουλά τους τραυοῦν κατὰ τὰ Γιˬάννενα. Φώναξε τὴ γύφτισσα νὰ μᾶς πῇ τὴ μοῖρα μας κοιν. Ἔρρ᾿ξα σὶ μνιˬὰ γύφτ᾿σσα κὶ μ᾿ εἶπεν πὼς μ᾿ ἔχουν κάμ᾿ μάγιˬα Μακεδ. (Βογατσ.) Γιˬούφτους δὲν εἶχι ᾿ς τοὺν Κουλινδρὸ Μακεδ. || Φρ. Κρυώνει - τρέμει σὰ γύφτους (ἐκ τῆς γυμνότητος) κοιν. || Παροιμ. Ὅλ᾿ οἱ γύφτοι μιˬὰ γενιˬὰ (τῶν αἰσχρῶν αἱ πράξεις δὲν διαφέρουν) σύνηθ. Οὑ γύφτους νιρὸ δὲ λιρώ᾿ (διότι δὲν πλένεται) Στερελλ. (Ἀχυρ.) Ἀπανωστολισμένη γύφτισσα (ἐπὶ γυναικῶν ρυπαρῶν αἱ ὁποῖαι ἐνδύονται πολυτελῶς) Ν. Πολίτ., Παροιμ. 4, 272. Εἶδ᾿ ὁ γύφτος τὴ γενιˬά του | κιˬ ἀναγάλλιˬασ᾿ ἡ καρδιˬά του (ἡ μετὰ τῶν ὁμοίων ἀναστροφὴ προξενεῖ εὐχαρίστησιν) Πελοπν. (Μάν. κ.ἀ.) Ἡ γιˬούφτους τοὺ γιˬουφτόπουλο κ᾿ ἡ βασιλιˬὰς τοὺ βασιλόπουλου (ἕκαστος τοὺς ἑαυτοῦ ἀγαπᾷ ἀσχέτως πρὸς τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἀξίαν) Μακεδ. (Χαλκιδ.) Ἦρθα βασιλιˬὰς καὶ φεύγω γύφτος (ἐπὶ τῶν μεγάλως ζημιωθέντων εἰς ἐπιχείρησιν) Ἀθῆν. Τί τρέμεις, γύφτε; - Σὲ χαίρομαι, ἀγᾶ μου! (ἐπὶ τῶν προσπαθούντων νὰ ἀποκρύψουν τὴν ἀθλιότητά των) Ἤπ. (Κόνιτσ.) Ἄι ᾿ς τὸ γύφτο γιˬὰ προζύμι (ἐπὶ τῶν αἰτούντων παρ᾿ ἐνδεῶν) Πελοπν. (Γαργαλ.) Ἡ παροιμ. εἰς παραλλαγ. πολλαχ. Ἡ γιˬούφτους τοὺ τσαντίρι τ᾿ θὰ καυχηθῇ (ἐπὶ τῶν ὑπερεκτιμώντων τὰ ἑαυτῶν πράγματα) Θάσ. Οὑ γύφτους ἂν δὲν ᾿πινέσ᾿ τοὺ σπίτ᾿ τ᾿, πέφτ᾿ κὶ τοὺν πλακώ᾿ (συνών. μὲ τὴν προηγουμ.) Ἤπ. (Νεγᾶδ.) Πιˬάνει στάχτ᾿ τ᾿ γύφτ᾿ τοὺ καμί᾿ ; (ἐπιχείρησις διακοπτομένη δὲν δύναται νὰ προκόψῃ) Εὔβ. (Στρόπον.) Θὰ ρουτήσουμ᾿ κὶ τ᾿ς γύφτ᾿ πότι θὰ κάνουμι μπαϊράμ᾿ (εἰρωνικῶς διά τινα ἀναρμόδιον διὰ συμβουλὰς) Θεσσ. (Πήλ.) Γύφτους δέρνει, γύφτους κλαίει (ἐπὶ τῶν ἀδικούντων καὶ αὐτῶν τούτων ἐγκαλούντων) Ἤπ. Θεσσ. Ἔχ᾿ ὁ γύφτος ὄργωμα ; (ὄργωμα = ἀγρὸς δι᾿ ἄροσιν· ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων) Πελοπν. (Σπάρτ.) Ὅταν γυρίσ᾿νι οἱ γύφτ᾿ ἀπ᾿ τοὺ θέρου (ὁμοίως ἐπὶ ἀδυνάτων) Στερελλ. (Τοπόλ.) Ποῦ τό ᾿βρ᾿ ὁ γύφτος τὸ φλουρὶ κιˬ ὁ καϊξῆς τὸ γρόσι; (ἐπὶ τῶν διαβιούντων συνεχῶς ἐν πενίᾳ) Σίφν. Ὁ γύφτος, ὅταν ἔχῃ πετιμέζι ᾿ς τὸ σπίτι του, ὕπνος δὲν τοῦ πηγαίνει (ἐπὶ τῆς ἀνησυχίας τῶν παρ᾿ ἀξίαν κατόχων πολυτίμων ἀγαθῶν) Κρήτ. Ο γύφτος ἔμαθε γδυτὸς καὶ ντρέπεται ντυμένος (ἐπὶ τῶν δυσκόλως λησμονούντων τὰς παλαιὰς των ἕξεις) πολλαχ. Οὑ γύφτους ἔμαθιν γκόλιˬαβους κιˬ ἀντρέπιτι ντυμένους (γκόλιˬαβους = γυμνός· συνών. μὲ τὴν προηγουμ.) Μακεδ. (Ἐράτυρ.) Ἂν ἔκαναν οἱ μυῖγες μέ᾿, θά ᾿τρουγαν κ᾿ οἱ γύφτ᾿ μὶ τὰ χ᾿λιˬάριˬα (ἕκαστος ἐφ᾿ ᾦ ἐτάχθη) Θεσσ. (Συκαμν.) Τοὺ κουλουκύθ᾿ ἁγγε͜ιὸ κὶ τοὺ γουρ᾿νουτσάρουχου φουρισὰ κὶ τοὺ γύφτου σύντρουφου δὲν κά᾿ (ἐπὶ πραγμάτων καὶ καταστάσεων ἀναρμόστων) Μακεδ. (Κατάκαλ.) Μ᾿τζουρώθ᾿κι ἡ γύφτ᾿σσα (ἐπὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνηθίσει εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν) Εὔβ. (Στρόπον.) Ὅταν δειπνοῦν οἱ ἄρχοντες, οἱ γύφτοι μαγειρεύουν (ἐπὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν τάξιν τηροῦν εἰς τὰς ἐργασίας των) Σκῦρ. Πληρώνει σὰ γύφτος μεθυσμένος (ἐπὶ ἀκαταστάτων ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι φαίνονται ἐνίοτε συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των) πολλαχ. || Γνωμ. Δὲ λείπ᾿ ἡ Μάρτ᾿ς ἀπ᾿ τὴ Σαρακουστὴ κ᾿ ἡ κούτουλους ἀπ᾿ τοὺ καρδάρ᾿ κ᾿ ἡ γύφτους ἀπ᾿ τοὺ πα᾿γύρ᾿ Μακεδ. (Δεσκάτ.) || ᾌσμ. Οὕλο τὸ δρόμο πάγαινα κιˬ οὕλο τὴ χαλικούρα κιˬ ἀπάντησα μιˬὰ γύφτισσα καὶ μ᾿ ἔπιˬασε λιγούρα Πελοπν. Γιˬὰ φεύγα, γύφτ᾿ σσα, ἀπ᾿ τοὺ νιρό, καθάρε͜ια γυφτουπούλα Θεσσ. (Καρδίτσ.) Συνών. ἀρκουδόγυφτος, Ἀτσίγγανος, κατσίβελος, κλίντζιˬορος, κούλουφος, γκόρμπιτας, τουρκόγυφτος. β) Παιδιὰ παιζομένη ὑπὸ ἐνηλίκων, κατὰ τὴν ὁποίαν γυνή, προσφωνουμένη γύφτος καὶ ἐνδεδυμένη κατὰ τρόπον γελοῖον, κρατεῖ δοχεῖον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν ἀναμεμειγμένα οἰνοπνευμα καὶ ἅλας. Ὁ γύφτος ἱστάμενος ἐν μέσῳ τῶν συμπαικτῶν του ἀνάπτει τὸ οἰνόπνευμα καὶ ἐκ τῆς παραγομένης ἐγχρώμου φλογὸς φωτίζονται τὰ πρόσωπα ὅλων κατὰ τρόπον παράδοξον. Μορφάζων ὁ γύφτος σκώπτει τοὺς παίζοντας, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουν τοὺς μορφασμοὺς ἐν μέσῳ γενικοῦ γέλωτος Σάμ. (Μαυραντζ.) 2) Κατ᾿ ἐπέκτ., ὁ σιδηρουργὸς πολλαχ. καὶ Τσακων. (Μέλαν. Πραστ. Τυρ. κ.ἀ.): Ἠπῆα ᾿ς τὸ γυφταρε͜ιὸ καὶ μοῦ ᾿βαψε ὁ γύφτος τὴν ἀξίνη (μοῦ ᾿βαψε = ἐβύθισε τὴν πυρακτωμένην ἀξίνην εἰς ψυχρὸν ὕδωρ, διὰ νὰ σκληρύνη) Σίφν. Τοὺ πήγαμι τ᾿ ἀλέτρ᾿ ᾿ς τοὺ γιˬούφτου, νὰ τοὺ μιριμιτίσ᾿ (= ἐπισκευάσῃ) Μακεδ. (Κοζ.) Θὰ πάου τοὺ ὑνί ᾿ς τοὺ γύφτου νὰ τοὺ φκε͜ιάσ᾿ Θεσσ. (Ἀργιθ.) Ὄ᾿σα ἀποσούκου τὰ τσία ὸ γύφτε (δὲν ἐπὴγαινες τὸ ἀξινάρι εἰς τὸν σιδηρουργὸν) Τσακων. Ἐπεράτσε τὰ σύνταχα ὁ γύφτε (ἐπέρασε τὸ πρωΐ ὁ σιδηρουργὸς) αὐτόθ. Ν᾿ ἀπολύωμε τοὺ τσίε ὸ γύφτε νὰ σὶ σάξῃ (= νὰ στείλωμε τὶς ἀξίνες εἰς τὸν σιδηρουργὸ νὰ τὶς φτειάξῃ) Μέλαν. Ἅμα δὲ μάθῃς γράμματα, κουτρούλη μου, θὰ σὲ κάνω γύφτο (κουτρούλη = κακομοίρη) Πελοπν. (Γαργαλ.) Τώρα πεθάνανε κ᾿ οἱ γύφτοι κ᾿ οἱ ἀλμπάνηδες (ἐξηλείφθησαν τὰ ἐπαγγέλματα τῶν σιδηρουργῶν καὶ τῶν πεταλωτῶν τῶν ἵππων) αὐτόθ. || Παροιμ. Τό ᾿πε τοῦ γύφτου καὶ τοῦ μυλωνᾶ (τὸ διετυμπάνισε πρὸς πάντας) Πελοπν. (Δημητσάν.) Τὸ γύφτο πήγαιναν νὰ τὸν κάμουν βασιλιˬὰ κ᾿ ἐκεῖνος ἔλεγε: Τί ὡραῖα ρείκιˬα γιˬὰ κάρβουνα! (ἐπὶ ἀγροίκων εὐνοουμένων ὑπὸ τῆς τύχης, ἀλλὰ μὴ δυναμένων νὰ ἀποβάλουν τὰς παλαιὰς ἕξεις) Εὔβ. (Κύμ.) Ἤπ. Ζάκ. Λευκ. Πελοπν. (Μεσσην.) κ.ἀ. Ἡ παροιμ. εἰς παραλλαγ. πολλαχ. Γύφτος σὰν γεράσῃ, ᾿ς τὰ φυσερὰ τὸν βάνουν (ἐπὶ τῶν μὴ ὑπολογιζομένων ἕνεκα ἀπωλείας τῆς προτέρας αὐτῶν ἱκανότητος) Πελοπν. (Ἄργ.) Πιˬάσ᾿ τοὺ γύφτου κὶ πάρ᾿ τ᾿ τ᾿ ἀμό᾿ (ἐπὶ τῶν ἀφερεγγύων ὀφειλετῶν) Εὔβ. (Στρόπον.) Στερελλ. (Φθιῶτ.) Τοὺ γύφτου κιˬ ἂν μουντζουρώῃς, τὰ χέριˬα σ᾿ μουντζουρώ᾿ς (ἡ τιμωρία τῶν ἀδίκων βλάπτει πολλάκις τοὺς ἰδίους τοὺς τιμωροὺς) Στερελλ (Ἀχυρ.) Πὲς τοῦ γύφτου κάρβουνα, ν᾿ ἀναχαρῇ ἡ καρδιˬά του (ἕκαστος χαίρει μὲ τὰς συνηθείας του) Ἰόνιοι Νῆσ. Ὁπο͜ιους δὲ θέ᾿ βρόdου ᾿ς d᾿ γειτουνιˬά τ᾿ γύφτου γείτουνα δὲ gά᾿ (διὰ τοὺς ἀποφεύγοντας συναλλαγὰς μετὰ πονηρῶν καὶ κακῶν ἀτόμων) Σάμ. ᾿Σ τοὺ γύφτου πριόβουλος δὲ βλουγάει (ὁ τεχνίτης δὲν μεταχειρίζεται τὸ προϊὸν τῆς τέχνης του) Στερελλ. (Αἰτωλ.) || ᾎσμ. Ἅγι - Ἀdρέας ᾿ς τὰ πέλαγα σίδερα ροκανίζει κιˬ ὁ γύφτος τὸ σφυράκι του ᾿ς τ᾿ ἀμόνι κοπανίζει Πελοπν. (Γέρμ.) Συνών. κωμοδρόμος, σιδερᾶς, τσιλιγκίρης, φάβρος, χαλκιˬᾶς. β) Ὁ κασσιτερωτὴς Κεφαλλ. Συνών. ἀλειφιˬάτης, γανωτζῆς, καλαιˬτζῆς, μάντης. γ) Παιδιὰ ὑπὸ τὸν τίτλον ὁ καλὸς γύφτος, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς τῶν παιζόντων ὑποκρίνεται τὸν γύφτον (σιδηρουργόν), δύο δὲ ἄλλοι, καθήμενοι ἀντιμέτωποι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, τὰ φυσερά. Ὁ γύφτος ἱστάμενος μεταξὺ τῶν φυσερῶν κινεῖ αὐτὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐργαζόμενος δῆθεν καὶ συγχρόνως λέγει: Φύσα, μαστρο - Γιˬώργη, φύσα τὰ φυσερά, νὰ φκε͜ιάσουμε τὴν τσάπα καὶ τὸν παλιˬοτραχᾶ. Καθ᾿ ὅν χρόνον ἐργάζεται ὁ γύφτος, εἷς τῶν συμπαικτῶν ἀναγγέλλει εἰς αὐτὸν τὸν θάνατον συγγενοῦς του. Διὰ τὸ θλιβερὸν ἄκουσμα ὁ γύφτος ὀδύρεται συγκρούων τὰς κεφαλὰς τῶν φυσερῶν καὶ γρονθίζων εἰς τὴν ράχιν αὐτῶν, ὡς τύπτων δῆθεν τὸ ἰδικὸν του στῆθος καὶ τὸ μέτωπον Σάμ. (Μαυραντζ.) 3) Ὁ ἀχθοφόρος Ἤπ. Θεσσ. 4) Ὁ πλανόδιος ὀργανοπαίκτης Εὔβ. (Αἰδηψ. κ.ἀ.) Ἤπ. (Κόνιτσ.) Θεσσ. (Ἀργιθ.) Μακεδ. (Ἄσσηρ. Βλάστ. Βογατσ.) Πελοπν. (Δίβρ.) Στερελλ. (Αἰτωλ. Εὐρυταν. Χρισ. κ.ἀ.) : Προυσκάλισ᾿ οὑ γαμπρὸς τοὺς γιˬούφτους μὶ τὰ βιˬουλιˬὰ Χρισ. Βάρ᾿ τοὺ βιουλί, οὐρὲ γύφτου, νὰ χουριˬάψουμι Ἀργιθ. Θά ᾿χουμι κὶ τοὺς γύφτους ἀπόψε. Θ᾿ ἀκούσῃς ταβουλόβεργα καὶ τραγούδι (ταβουλόβεργα = κροῦσιν τυμπάνου διὰ τῆς λεπτῆς ράβδου) Δίβρ. || Παροιμ. Τοὺ γύφτου τοὺν ἔβαναν σὲ παλάτ᾿ κιˬ αὐτὸς ρωτοῦσε, ποὺ θὰ κρεμάσου τ᾿ ἄργανο (ἐπὶ τῶν παρ᾿ ἀξίαν προαγομένων) Ἄσσηρ. Ὅπου κρεμοῦσαν οἱ μπέηδες τ᾿ ἄρματα κρεμοῦν οἱ γύφτοι τ᾿ ἄργανα (ἐπὶ μεταπτώσεως τῆς τύχης) Κόνιτσ. 5) Ὁ ἐπαίτης Εὔβ. (Κουρ.) Ἤπ. Θεσσ. Μακεδ. (Ἄσσηρ. κ.ἀ.) Σάμ.: Ἦρτε μιˬὰ γιούφτισσα ψουμὶ νὰ γυρεύ᾿ Ἄσσηρ. Ἐβ-βγέλλουμε σὲ τσεφάλι, ἅμ-μα δών-νῃς κάθε φορὰ ᾿πὸ μισὸ καρβέλ-λι ψωμί ᾿ς τὶς γύφτισ-σες Κουρ. 6) Ἀλώπηξ ἔχουσα τρίχωμα σκοτεινοῦ χρώματος Ἤπ. (Ἰωάνν.) 7) Τὸ πτηνὸν Ἐρίθακος ὁ ἐρυθρόλαιμος (Erithacus rubecula) τῆς οἰκογ. τῶν Κοσσυφιδῶν (Turdidae) Πελοπν. (Ὀλυμπ.) Συνών. βλ. εἰς Γιαννάκι 3. 8) Τὸ πτηνὸν Αἰγίθαλος ὁ μέγας (Parus major) τῆς οἰκογεν. τῶν Αἰγιθαλιδῶν (Paridae) ἐνιαχ. 9) Εἶδος μικροῦ πολυχρώμου ἰχθύος Στερελλ. (Ἅγιος Κωνσταν.) 10) Εἶδος σταφυλῆς ἐχούσης χρῶμα μελανὸν Ζάκ. Συνών. βλ. εἰς λ. γυφτοκόριθο. 11) Τὸ πολὺ βρασμένον ᾠόν, ἐκ τοῦ μελανοῦ χρώματος, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ ὁ κρόκος Μακεδ. 12) Τὸ φυτὸν Ζιννία ἡ κομψὴ (Zinnia elegans) τῆς οἰκογ. τῶν Συνθέτων (Compositae), καθὼς καὶ τὸ ἄνθος τοῦ ἰδίου φυτοῦ Πελοπν. (Τριφυλ.) 13) Ποῶδες φυτὸν τῆς οἰκογενείας τῶν Συνθέτων (Compositae), ἐκ τοῦ μελανοῦ χρώματος, τὸ ὁποῖον προσλαμβάνει τὸ ὕδωρ ἐντὸς τοῦ ὁποίου βράζει τὸ χόρτον τοῦτο Πελοπν. (Γαργαλ.) : Ἐμάζωξα καμπόσους γύφτους ᾿πὸ τὸ χωράφι μου νὰ τσοὺ βράσω νὰ φᾶμε τὸ μεσημέρι. Συνών. γυφτολάχανο. 14) Τὸ γνωστὸν παιγνιόχαρτον ἄσσος μπαστούνι, ὡς ἔχον χρῶμα μέλαν Κρήτ. : Ἄσσος γύφτος. 15) Περόνη φαγητοῦ, αἰχμηρὰ κατὰ τὸ ὀπίσθιον ἄκρον αὐτῆς Στερελλ. (Ἰτέα): Φέρ᾿ τοὺ γύφτου νὰ βγάλου τοῦ μιδού᾿. 16) Θηλ., ὑδροπέπων ἑπιμήκους σχήματος, ἐκ τοῦ μελανοῦ χρώματος τοῦ φλοιοῦ αύτοῦ Θεσσ. Β) Μεταφ. 1) Ὁ μελαψός, ὁ δυσειδὴς Εὔβ. (Αἰδηψ. Βρύσ. Κουρ. Στρόπον.) Ἤπ. (Ζαγόρ.) Μακεδ. (Βογατσ. Κοζ. Νιγρίτ.) Νάξ. (Ἀπύρανθ.) Πελοπν. (Τριφυλ.) κ.ἀ.: Πῆγες κ᾿ ἐδιˬάλεξες μιˬὰ γυναῖκα γύφτισσα Τριφυλ. Μαύρισες σὰ γιˬούφτους Κοζ. Ἄιντε, ρὲ γύφτο, ποὺ μοῦ κάνεις τὸν ὄμορφο ! Τριφυλ. Ὅταν σὶ πῆρα, ἦσαν ἄσπρη σὰν τοῦ γαλα κὶ κόκκινη σὰν τοῦ μῆλου· τώρα γί᾿κις μιˬὰ γιˬούφτ᾿σσα καρτσιˬαβέλου (= κατσιβέλα, γύφτισσα) Βογατσ.) || ᾎσμ. Δὲν σὶ πηγαίνου, νύφη μου, ἀντρέπουμ᾿ ἀπ᾿ τοὺν κόσμου, σὶ πῆρα σὰν τὴν πέρδικα κὶ γί᾿κις σὰν τὴ γιˬούφτ᾿σσα Νιγρίτ. Συνών. γυφτοσάκκουλο. 2) Ὁ ρυπαρὸς ὁ ἀκατάστατος πολλαχ.: Εἶναι γύφτοι, ποτέ τους δὲν πλένονται Ὁ γύφτος ἀπὸ τσιγγουνιˬὰ δὲν πλένεται καὶ βρωμοκοπάει κοιν. Σπίτι γύφτων ἔχουν, σοῦ λέω, πάνω ᾿ς στὶς καρέκλες βρίσκεις τὰ παπούτσια. Εἶναι γύφτος ᾿ς τὴ φάτσα, γύφτος καὶ ᾿ς τὸ σπίτι του κοιν. 3) Ὁ εὐτελὴς Εὔβ. (Βρύσ.) Μακεδ. (Βλάστ. Βόιον κ.ἀ.) Παξ. Πελοπν. (Ἀρκαδ. Λακων. Τριφυλ.) Σκίαθ.: Ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάῃ ἀπὸ τέτο͜ιους γύφτους Βρύσ. Αὐτὸς, καηˬμέν᾿, εἶναι γύφτος Τριφυλ. Σ ᾿χωρέθηκε ἡ κυρὰ Μαούτα· νιτερεσάδα τόσο πολύ, γύφτισσα, Θεὸς σ᾿χωρέσ᾿ τηνε (νιτερεσάδα = πολυάσχολος μὲ δοσοληψίας) Σκίαθ. Γύφτισσα, γκρεμίσου ἀπὸ μπροστά μου! Λακων. 4) Ὁ φιλάργυρος, ὁ γλίσχρος πολλαχ.: Ἀπὸ ἕνα γύφτο ἀπάντεχες φ᾿λιˬές; (φ᾿λιˬὲς= φιλοδωρήματα) Σκῦρ. Τί νὰ βγάλῃς ἀπὸ ἕνα γύφτον ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πίνει οὔτε ἕνα καφέ; Νάξ. (Γαλανᾶδ.) Μ᾿ αὐτοὺν τοὺ γύφτου πῆις νἀ κάμ᾿ς ἀλισ᾿βιρίσ᾿ (= δοσοληψίας) Εὔβ. (Στρόπον.) || Παροιμ. φρ. Ἔπλυν᾿ οὑ γύφτους τοὺ βρακί τ᾿ (ἐπὶ ἀσημάντου ποσότητος) Στερελλ. (Παρνασσ.) || Παροιμ. Νὰ κάναν οὕλες οἱ μέλισσες μέλι, θά ᾿τρωγαν κ᾿ οἱ γυφταῖοι μὲ τὸ κουτάλι (διὰ τὴν ἀφθονίαν θὰ ἦτο προσιτὸν καὶ εἰς τοὺς φιλαργύρους) Μακεδ. (Θεσσαλον.) 5) Ὁ δειλὸς πολλαχ. : Τρέμει ἀπὸ τὸ φόβο του ὁ γύφτος Εὔβ. (Κουρ.) Εἶνι γιˬούφτους (= δειλὸς) Μακεδ. (Βέρ.) || Παροιμ. Ὁ γύφτος ταμπούρι δὲ βαστάει Ν. Πολίτ., Παροιμ. 4, 275. Ἡ λ. ὑπὸ τύπ. Γύφτισσα καὶ ὡς ὄν. κυνὸς ἔχοντος τρίχωμα μελανὸν Πελοπν. (Κλειτορ.)

Creative Commons

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές - CC BY-NC-SA

https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/4.0/