Κείμενα της ελληνικής νομικής γραμματείας μετά την κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας : Νομικοί κώδικες, δικαστικές και αιρετοκρισιακές αποφάσεις, διοικητικά και δικαιοπρακτικά έγγραφα, αποφάσεις "κοινών" και σωματείων, νομοθετικά και συνταγματικά κείμενα της μετεπαναστατικής και καποδιστριακής περιόδου και της περιόδου του νεοτέρου ελληνισμού

Λυδία Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη
Διευθύντρια Ερευνών-Διευθύνουσα ΚΕΙΕΔ



Το Κέντρον Ἐρεύνης τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν (ΚΕΙΕΔ) παραμένοντας πιστό στην προδιαγραφείσα αποστολή του, η οποία είναι κυρίως αυτή της «περισυλλογῆς, ἔκδοσης καί σχολιασμοῦ τῶν ἀνέκδοτων νομικῶν πηγῶν τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου»6 (1),το σύνολο των νομικών πηγών της μεταβυζαντινής περιόδου και της περιόδου του νεοτέρου ελληνισμού οι οποίες έχουν εκδοθεί στην Ἐπετηρίδα του ΚΕΙΕΔ και τη σειρά των μονογραφιών αυτής (Παράρτημα Ἐπετηρίδος ΚΕΙΕΔ) από την ίδρυσή του έως σήμερα. Για λόγους σφαιρικής απεικόνισης και άμεσης πρόσβασης του ερευνητικού κοινού στη νομική γραμματεία της μεταβυζαντινής περιόδου και της περιόδου του νεοτέρου ελληνισμού, κρίθηκε σκόπιμο να συμπεριληφθούν στην ίδια Λειτουργική Ενότητα οι θεμελιώδεις νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου οι οποίες έχουν εκδοθεί στις επιστημονικές σειρές των Μνημείων τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας και των Πραγματειῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, δεδομένου άλλωστε ότι η έντυπη μορφή ορισμένων απο τα έργα αυτά έχει ήδη εξαντληθεί. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι ανέκδοτα νομοκανονικά έργα και κείμενα νομικών συλλογών της μεταβυζαντινής περιόδου καθώς και ανέκδοτα (έως τότε) έγγραφα διοικητικών ή εκκλησιαστικών αρχών, δικαστικών αποφάσεων, αιρετοκρισιών και δικαιοπρακτικών εγγράφων δημοσίευσε σε πλήρη ή αποσπασματική μορφή ή παρέθεσε σε περίληψη και ο διακεκρμένος ερευνητής Δημήτριος Γκίνης στο μνημειώδες έργο του Περίγραμμα της Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου το οποίο καταλαμβάνει τον 26ο τόμο των Πραγματειῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν έτους 1966 (2). Τις πηγές αυτές ο μελετητής της μεταβυζαντινής περιόδου μπορεί να αναζητήσει στη Λειτουργική Ενότητα 11 του έργου Προβολή του έργου των Ερευνητικών Κέντρων της Ακαδημίας στον Παγκόσμιο Ιστό.Για λόγους μεθοδολογικούς και για την καλύτερη εξυπηρέτηση του χρήστη σε όσες πηγές προτάσσεται εισαγωγή, σχολιασμός των δημοσιευόμενων εγγράφων ή/και αρχές της έκδοσης στο πεδίο ΣΧΟΛΙΑ παρατίθεται η παραπομπή στη Συλλογή Μελέτες Ιστορίας του Δκαίου.

Οι πληροφορίες που παρέχουν τα κείμενα αυτά, όπως ταξινομούνται και παρουσιάζονται ψηφιακά στη συγκεκριμένη Λειτουργική Ενότητα του έργου, αποσκοπούν να βοηθήσουν τους μελετητές της μεταβυζαντινής περιόδου και της περιόδου του νεοτέρου ελληνισμού να δώσουν, βασιζόμενοι σε πρωτογενείς πηγές, τεκμηριωμένες απαντήσεις σε πλήθος ερωτημάτων όπως:

Η έκταση και οι τρόποι διάχυσης του βυζαντινού νομικού συστήματος στους πληθυσμούς που παρέμειναν εγκατεστημένοι στον τουρκοκρατούμενο και λατινοκρατούμενο ελλαδικό χώρο,
Ο βαθμός της επιβίωσης γενικών ή τοπικών εθιμικών αρχών ή συνηθειών στο εσωτερικό των κυρίαρχων εννόμων τάξεων,
Το ζήτημα των ομοιοτήτων ή διαφοροποιήσεων που παρουσιάζει το νομικό καθεστώς των διαφόρων λατινοκρατούμενων περιοχών,
Η διοικητική και δικαστική οργάνωση των κοινοτήτων και η εξέλιξη της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας, Η σχέση μεταξύ εθιμικού δικαίου, βυζαντινής νομοθεσίας και φεουδαλικών, βενετικών ή οθωμανικών νομικών θεσμών, όπου και για όσο χρονικό διάστημα οι θεσμοί αυτοί διατηρήθηκαν σε ισχύ,
Η πολιτική που ακολούθησε ο εκάστοτε επικυρίαρχος έναντι των κατακτημένων πληθυσμών και οι συναφείς προσπάθειες διευθέτησης των διαφορών,
Το ζήτημα της φύσης και της έκτασης των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των εκκλησιαστικών αρχών καθώς και της “νομοθετικής” δραστηριότητας που ανέπτυξε η Εκκλησία κατά την τουρκοκρατία κυρίως σε σχέση με ορισμένους ιδιόρρρυθμους θεσμού του εθιμικού οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου (λ.χ. «τράχωμα», «τριμοιρία»),
Το ζήτημα της αντίθεσης του εφαρμοζόμενου από την Εκκλησία δικαίου με το Οθωμανικό δίκαιο καθώς και το ζήτημα της προσπάθειας περιορισμού της δικαστικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας στις περιοχές κυρίως όπου υφίστανται εθιμικές κωδικοποιήσεις,
Το ζήτημα της επιρροής του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου στη σύνταξη των βασικών νομικών εγχειριδίων των παραδουναβίων ηγεμονιών αλλά και γενικότερα στο θέμα της σύνδεσης των νομικών εξελίξεων του ελληνικού κόσμου με τον νομικό βίο της βαλκανικής χερσονήσου,
Η ανίχνευση κοινών νομικών πρακτικών στην οθωμανοκρατούμενη βαλκανική χερσόνησο οι οποίες αποτελούν ενδεχομένως ενδείξεις της διαμόρφωσης ενός ευρύτερου «νομικού πολιτισμού» στην περιοχή, διακριτού έναντι εκείνου που ανέπτυξε ο δυτικός κόσμος κατά την αντίστοιχη περίοδο.

Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως για τη μελέτη της ελληνικής νομικής επιστήμης και των συναφών δογματικών κατευθύνσεών της κατά την νεότερη πλέον περίοδο, παρουσιάζει η διερεύνηση των δυτικοευρωπαϊκών ή οθωμανικών νομικών προτύπων που επέδρασαν στα συνταγματικά κείμενα και στους αστικούς, ποινικούς και δικονομικούς κώδικες που θεσπίσθηκαν, κατά την εκπνοή πλέον της μεταβυζαντινής περιόδου (3), από τα δικαιοπολιτικά καθεστώτα της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807) και του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων [1815-με καταληκτικό όριο της μεταβυζαντινής περιόδου το 1841 (εισαγωγή Ιονίου Αστικού Κώδικα) ή την ένωση των νήσων με την Ελλάδα το 1864] (4), της Ηγεμονίας της Σάμου [1832-με καταληκτικό όριο μεταβυζαντινής περιόδου το 1897 (εισαγωγή Σαμιακού Αστικού Κώδικα) ή την ένωση της νήσου με την Ελλάδα το 1913] (5) , καθώς και των καθεστώτων που διαμορφώθηκαν στην Κρήτη, αρχικά κατά την περίοδο της Ημιαυτιονομίας της νήσου (1867-1898), και στη συνέχεια την περίοδο της Κρητικής Αυτονόμου Πολιτείας [1898 - καταληκτικό χρονικό όριο μεταβυζαντινής περιόδου το 1903 (εισαγωγή Αστικού Κώδικα Κρήτης) ή την ένωση της νήσου με την Ελλάδα (1913)] (6).

Τέλος, θα πρέπει ίσως να επισημανθεί, ότι η παράλληλη εξέταση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στο πολιτειακό μόρφωμα της «Συμπολιτείας του Ακρωτηρίου» (Πάργα, Πρέβεζα, Βόνιτσα, Βουθρωτό), περιοχή από την οποία σώζεται μεγάλο σώμα ανέκδοτων, ως επί το πλείστον, δικαστικών αποφάσεων και νοταριακών πράξεων των αρχών του 19ου αι. (7), μπορεί να αποβεί άκρως διαφωτιστική για την μελέτη του εφαρμοσθέντος δικαίου στη γειτονική περιοχή των Επτανήσων κατά τη μακραίωνη περίοδο της βενετικής κυριαρχίας.

(1) Βλ σχετικά Δ. ΠΑΠΠΟΥΛΙΑΣ, «Περί ἱδρύσεως Ἀρχείου τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου», Πρακτικά Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τ. 3 (1928), 739-742. Βλ. επίσης στη Συλλογή Νομοθεσίας τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1976, 189.
(2) Βλ. ειδικότερα Δ. ΓΚΙΝΗΣ, Περίγραμμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τ.26 (1966), λήμμα 100 («Νομοκριτήριον» έτους 1600-1700), λήμμα 354 («Ἐγχειρίδιον περί συνοικεσίων» εντός της μεταφράσεως της Ἑξαβίβλου του ‘Αρμενοπούλου από τον Αλ. Σπανό (1744), λήμμα 366 («Σύνοψις νέα Βιβλίου Νομικοῦ» έτους 1753). Βλ. επίσης τη δημοσίευση ή παράθεση (σε περίληψη) ανέκδοτων έως τότε εγγράφων διοικητικών ή εκκλησιαστικών αρχών, δικαστικών αποφάσεων, αιρετοκρισιών και δικαιοπρακτικών εγγράφων ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ, ό.π., λήμμα με αρ. 154, 210, 284, 319, 232, 324, 345, 369, 404, 416, 442, 443, 444, 450, 456, 467, 515, 544, 561, 578, 597, 623, 636, 637, 638, 685, 689, 691, 695, 822, 948, 1015, 1036, 1039, 1040, 1047, 1089, 1091, 1095, 1098, κ. ά.
(3) Για την άποψη ότι η μεταβυζαντινή περίοδος λήγει ουσιαστικά με την εισαγωγή ιδίου αστικού κώδικα σε έκαστο από τα τμήματα αυτά (Επτάνησος: Ιόνιος Αστικός Κώδικας 1841, Σάμος: Σαμιακός Αστικός Κώδικας 1897, Κρήτη: Αστικός Κώδικας 1904) βλ. Δ. ΓΚΙΝΗΣ, Περίγραμμα, ό.π., Πρόλογος, 9 και ομοίως Λ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ–ΑΡΤΕΜΙΑΔΗ, Η. ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ, Ι. ΧΑΤΖΑΚΗΣ, Περίγραμμα Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου. Τα ελληνικά κείμενα, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τ. 63 (2011), Εισαγωγή (υπό Λ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ -ΑΡΤΕΜΙΑΔΗ), 157 σημ. 76.
(4) Βλ. ενδεικτικά N. DILLORI, Εὐρετήριον τῆς πολιτικῆς νομολογίας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἰονίου Πολιτείας (1818-1847), 1-359· Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ, Περί τῆς κατά τόν Ἰόνιον Κώδικα κληρονομικῆς ἐξ άδιαθέτου διαδοχῆς, Άθῆναι 1897· Ἠ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (ἐκδ.), Τά Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1960, 665 επ., 671 επ., 675 επ., 709 επ· Δ. ΒΕΝΙΕΡΗΣ, Κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου Πολιτείας, Κέρκυρα-Τριέστιο 1804· Θ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις Ἀστυκή Νομοθεσία κατά τε τούς ἐνετικούς νόμους καί τάς ἐν ἰσχύι διατάξεις τοῦ Ἰονίου Πολιτικοῦ Κώδικος, Ἀθῆναι 1866, passim· Ἰ. ΣΚΑΛΤΣΟΥΝΗΣ,Μελέται ἐπί τῶν Ἀστικῶν Νόμων τῶν Ἰονίων Νήσων, Ἀθῆναι 1866, passim· ΕΛΕΝΗ ΚΑΛΛΙΓΑ, «Το Σύνταγμα του Maitland για τα Επτάνησα (1817). Ιόνιες καταβολές και βρετανικοί στόχοι», Ἵστωρ 3 (1991), 3-120· ΣΠ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Ο Ιόνιος Πολιτικός Κώδικας στην ελληνική νομική φιλολογία κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την Ένωση», στο τόμο Το Ιόνιο Κράτος 1815-1864 [Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας, Κέρκυρα 21-24 Μαίου 1988], Αθήνα 1997, 505-514· Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Η θέση των θρησκευτικών κοινοτήτων στα Συντάγματα της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807), «Επτάνησος Πολιτεία (1800-1807)», [Πρακτικά Συνεδρίου, Αργοστόλι 28-31 Οκτωβρίου 2000, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών], Αργοστόλι 2003, 47-56· Α. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (επιμ.), Συνταγματικά κείμενα των Ιονίων Νήσων, Αθήνα 2008 όπου και περαιτέρω βιβλιογραφικές αναφορές.
(5) Βλ. ενδεικτικά Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ, Σαμιακά, Σάμος 1899· ἘΠ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ, Σαμιακά, ἤτοι ἱστορία τῆς νήσου Σάμου ἀπό τῶν παναρχαίων χρόνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς, τ. 1-4, Σάμος 1881-1891· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Σαμιακά, ἤτοι ἀνέλιξις τῆς νεωτέρας ἱστορίας τῆς Σάμου δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, τ. Α᾽-Β᾽, Σάμος 1899 · Η. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Συντάγματα, ό.π., 858-867, 868-869· Γ. ΣΒΟΡΩΝΟΣ, Σαμιακή Νομοθεσία περιέχουσα προνόμια τῆς ἡγεμονίας Σάμου καί ἅπαντας τούς ἐν ἰσχύι νόμους αὐτῆς, Σάμος 1903· Ἀ. ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, Τό Δημόσιον Δίκαιον ἐν Σάμῳ κατά τήν τουρκοκρατίαν, τήν Ἐπανάστασιν καί τό ἡγεμονικόν καθεστώς, Θεσσαλονίκη 1959· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Δίκαιον καί δικαστική εξουσία στη Σάμο 1550-1912 μὲ ἀνέκδοτα ἒγγραφα, Αθήνα 1986· Ι. ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ, Ιστορία της Ηγεμονίας Σάμου 1834-1912, Αθήνα 2005· Μ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ηγεμονία της Σάμου, Αθήνα 2005.
(6) Βλ. ενδεικτικά Η. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Συντάγματα, ό.π., 809-825· Σ. ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, «Διάγραμμα Ιστορίας του Κρητικού Δικαίου», Τάλως 1 (1989), 235 επ.· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ (επιμ.), Κρητικός Κῶδιξ ΙΙ. Περίοδος Γ’ Κρητική Πολιτεία (1898-1912), Μέρος Πρώτο, Τάλως 5/1-3 (1995), 13-2112· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Κρήτη 1897-1898. Από την Επανάσταση στο Κράτος», Τάλως 12 (2004), 297-333· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Το νομοθετικό έργο της “Κρητικής Πολιτείας”», ό.π., 335-361· ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Ο Κρητικός Αστικός Κώδικας», ό.π., 442-447, 449-479 όπου και λοιπές βιβλογραφικές αναφορές.
(7) Για το πολιτειακό καθεστώς της περιοχής αυτής, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 21.3.1800 και το εκτελεστικό αυτής σουλτανικό φιρμάνι της 1.4.1800 βλ. ενδεικτικά Π. ΧΙΩΤΗΣ, Σειρά Ἱστορικών Ἀπομνημονευμάτων, τ. Γ’, Κέρκυρα 1863, 748-753· Κ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ, Πολιτική καἰ Διπλωματική Ἱστορία τῆς Λευκάδος (1797-1810), τ. 1, Ἀθήνα 1854, 227 επ.· Σ. ΑΣΔΡΑΧΑΣ, “Ὄψεις από τό προνομιακό καθεστώς τῆς Πάργας, Πρέβεζας, καί Βόνιτσας, στον τόμο Ἑλληνική Κοινωνία καί οἰκονομία, ιη΄και ιθ΄ αἰ., Ἀθήνα 1982, 199-223· ΡΟΔΗ ΣΤΑΜΟΥΛΗ, «Η συνθήκη της Πρέβεζας (25 Δεκ. 1800) και η απήχησή της στα 1828», Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά 5(1996) (Μνήμη Λ. Βρανούση), 403-454 όπου περαιτέρω βιβλιογραφικές αναφορές.