Chance or Reality: Interaction in Nature versus Measurement in Physics

Ενότητα:

Άρθρα του περιοδικού "Φιλοσοφία"

Χρονολογία έκδοσης περιοδικού

1980-1981

Περισσότερα...

Τύπος

Επετηρίδα

Συγγραφέας

Jaki, Stanley L.

Περισσότερα...

Τίτλος άρθρου/ανακοίνωσης

Chance or Reality: Interaction in Nature versus Measurement in Physics

Γλώσσα: Αγγλικά

Θεματική ενότητα άρθρου/ανακοίνωσης

Συστηματική Φιλοσοφία

Γλώσσα άρθρου

Ελληνικά - Νέα (1453-)

Αγγλικά

Περίληψη άρθρου

Στην αρχή της αβεβαιότητας, όπως διαμορφώθηκε από τον Heisenberg το 1927, έχουν αποδοθεί δύο πολύ διαφορετικές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη, η αρχή αυτή δηλώνει απλά τα όρια της ακρίβειας που μπορεί να επιτευχθεί σε μετρήσεις χρήσιμες για την πρόβλεψη της εμφάνισης φυσικών γεγονότων. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η αρχή της αβεβαιότητας δεν επιβάλλει καμιά ουσιαστική απομάκρυνση από τον βασικό ισχυρισμό της Κλασικής Φυσικής, ότι οι αλληλεπιδράσεις στη φύση είναι αυστηρά καθορισμένες. Για τους κλασικούς φυσικούς η αρχή του αυστηρού «ντετερμινισμού» (αιτιοκρατίας) δεν εξαρτιόταν από τη δυνατότητα μέτρησης με απόλυτη ακρίβεια. Ακόμη, είχαν πλήρη επίγνωση της αδυναμίας να επιτευχθεί στην πράξη απόλυτη ακρίβεια στις μετρήσεις. Παρ΄όλα αυτά, οι φυσικοί αυτοί επέμεναν στη θεωρητική δυνατότητα μιας τέτοιας ακρίβειας, πού συνοψίζεται στην Λαπλασιακή αντίληψη ενός ανωτέρου πνεύματος, για το όποιο όλοι οι μελλοντικοί συνδυασμοί της ύλης είναι υπολογίσιμοι, γιατί το σύνολο των αρχικών συνθηκών του είναι γνωστό για κάθε στιγμή και με απόλυτη ακρίβεια. Ενώ η πίστη στη δυνατότητα της μέτρησης με απόλυτη ακρίβεια εθεωρείτο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, έστω συχνά και κάπως άλογικα, ως τεκμήριο αυστηρού «ντετερμινισμού» στις υλικές αλληλεπιδράσεις, η έννοια του τυχαίου, τόσο στους φιλοσοφικούς όσο και στους επιστημονικούς κύκλους, απορρίπτονταν με την αναγωγή της σε απουσία αυστηρής και πλήρους αιτιοκρατίας. Αρκετά διαφορετική εμφανίζεται η πεποίθηση πολλών φιλοσόφων και φυσικών από τη στιγμή που διαμορφώθηκε η αρχή της αβεβαιότητας. Αποδίδουν τώρα στην αρχή αυτή μια σημασία, η οποία ισοδυναμεί με την απουσία αυστηρής αιτιοκρατίας στις υλικές αλληλεπιδράσεις τουλάχιστον στο ατομικό και σωματιδιακό επίπεδο, όπου η αβεβαιότητα της σύγχρονης μέτρησης συζυγών μεταβλητών, όπως η θέση και η αδράνεια ή η ενέργεια και ο χρόνος, ισούται —και πολύ συχνά είναι μεγαλύτερη— από το μέγεθος που πρόκειται να καθοριστεί. Τα πρώτα έξη χρόνια μετά τη διατύπωση της αρχής, η δεύτερη αυτή ερμηνεία εκφράστηκε καθαρά από διακεκριμένους φυσικούς, οι οποίοι διατύπωσαν και ορισμένες από τις βαρυσήμαντες, από φιλοσοφική άποψη, και αποκαλυπτικές συνέπειες της ερμηνείας. Την απόρριψη του αυστηρού «ντετερμινισμού» ακολούθησε γρήγορα η απόρριψη της αιτιότητας καθ΄ αυτής και αμφισβητήθηκε ακόμη και η ίδια η αντικειμενικότητα της υλικής ύπαρξης. Ή Σχολή της Κοπεγχάγης είναι έκτοτε ο κυριότερος υποστηρικτής αυτής της δεύτερης ερμηνείας της αρχής της αβεβαιότητας. Μια μικρή ομάδα διακεκριμένων φυσικών, με επικεφαλής τον Einstein, αντιστάθηκε σθεναρά σε μια τέτοια φιλοσοφία της φυσικής και της φύσης. Στην αντίθεση τους αυτή επέλεξαν ωστόσο λανθασμένη προσέγγιση, η οποία κατά κάποιο τρόπο αποτελούσε επανάληψη της αφελούς αντίληψης ορισμένων κλασικών φυσικών, ότι η δυνατότητα ακριβούς μέτρησης —όσο θεωρητική κι αν είναι— ισοδυναμούσε με επίδειξη αυστηρής οντολογικής αιτιότητας. Ο Niels Bohr, ο κύριος εκπρόσωπος της Σχολής της Κοπεγχάγης, πέτυχε να δείξει ότι, εφόσον στη διαδικασία μετρήσεων εξαρτιόταν κανείς από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία (φως) ή από ένα ρεύμα των κβάντα του Plank, οι προσπάθειες του Einstein και άλλων να επινοήσουν ιδανικές μετρήσεις με απόλυτη ακρίβεια ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν. Απεναντίας ο Einstein μπορούσε να επιμείνει μόνο στην αντίληψή του για την πραγματικότητα χωρίς όμως να την διατυπώνει ποτέ με ικανοποιητικό φιλοσοφικά τρόπο. Οπωσδήποτε στη διαμάχη μεταξύ του Einstein και του Max Born, η οποία κράτησε δεκαετίες, συνειδητοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές, αν και αρκετά αργά, ότι το βασικό ζήτημα δεν ήταν η δυνατότητα μέτρησης με απόλυτη ακρίβεια αλλά η πραγματικότητα καθ΄ αυτήν και ότι το πρόβλημα του αυστηρού «ντετερμινισμού» αποτελούσε πόρισμα της αντίληψης για την πραγματικότητα. Μια άλλη όψη της διαμάχης που προέκυψε από την δεύτερη ερμηνεία της αρχής της αβεβαιότητας του Heisenberg σχετίζεται με την δυνατότητα επινόησης μιας θεωρίας λανθανουσών παραμέτρων. Μια τέτοια θεωρία θα εξασφάλιζε βέβαια με απόλυτη ακρίβεια την μετρησιμότητα σε ένα υποθετικό επίπεδο κάτω από τις περιοχές που καθορίζονται από τα κβάντα (ατομική και πυρηνική), θα άφηνε όμως ανέπαφη την πιθανολογική ερμηνεία των μετρήσεων στο επίπεδο των κβάντα. "Οποιαδήποτε κι αν είναι η τελική επιτυχία των θεωριών λανθανουσών παραμέτρων —που καμιά από αυτές δεν έχει τύχει ευρύτερης αποδοχής ακόμη—, θα αποδείξουν μόνο τη δυνατότητα μέτρησης με απόλυτη ακρίβεια των συζυγών μεταβλητών, πράγμα που δεν είναι καθόλου ταυτόσημο με την απόδειξη της αιτιοκρατίας. Ή παραθεώρηση αυτής της διαφοράς αποτελεί την πηγή παρανοήσεων αναφορικά με την επίδραση στο πρόβλημα πειραμάτων εμπνευσμένων από την θεωρία του J. S. Bell, ο οποίος το 1964 υποστήριξε ότι μια θεωρία λανθανουσών παραμέτρων, η οποία περιλαμβάνει την Κβαντομηχανική, υπονοεί προβλέψεις διάφορες από αυτές που προκύπτουν με βάση την Κβαντομηχανική και μόνο. Πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτά τα κυρίως τεχνικά σημεία εμφανίζουν οι φιλοσοφικές προεκτάσεις, οι οποίες προέκυψαν πρόσφατα, μέσα και έξω από την Φυσική, από την δεύτερη ερμηνεία της αρχής της αβεβαιότητας. Μέσα στη Φυσική εμφανίζεται η θεωρία των πολλαπλών κόσμων και η αρχή της ανθρωπο - κεντρικής αντικειμενικότητας. Η δεύτερη θα φαινόταν αντιφατική ακόμη και με μια απλή θεώρηση. Η πρώτη δεν λέει τίποτα λιγότερο από το ότι υπάρχουν τόσοι κόσμοι όσοι και παρατηρητές. Έξω από την Φυσική ισχυρισμοί της παραψυχολογίας, της τηλεκίνησης και της εξω-αίσθητηριακής αντίληψης δικαιώθηκαν με μια αναφορά στην αρχή της αβεβαιότητας, η οποία κατά κάποιο τρόπο είναι το νευρικό κέντρο της θεωρίας των κβάντα. Η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία με τη δεύτερη ερμηνεία της ενέπνευσε εντελώς υποκειμενικές απόψεις για την πραγματικότητα, θα έπρεπε να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ύποπτη ως οδηγός για την επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ της ελεύθερης θέλησης και του «ντετερμινισμού». Θεωρίες οι οποίες σκοπεύουν στην υπεράσπιση της ελευθερίας της βούλησης καταφεύγοντας στην Κβαντομηχανική είναι ενδογενώς ελαττωματικές για δύο λόγους: Πρώτον, η αιτιοκρατία στη φύση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντεπιχείρημα για την ανθρώπινη ελευθερία, η οποία επιβάλλεται με πολύ αμεσότερη τεκμηρίωση, πράγμα που τονίζεται συχνά από διακεκριμένους φυσικούς. Δεύτερον, όλες αυτές οι θεωρίες αδυνατούν να δώσουν μια ορθή απάντηση στο ερώτημα για το τυχαίο. Αποτελεί μήπως το τυχαίο απλό στατιστικό φορμαλισμό ή μήπως αντιπροσωπεύει τον εξυπονοούμενο ισχυρισμό, ότι μπορεί κάτι να προκύψει από το τίποτε; Τυχαίο, όπως αντιπαρατίθεται στο πραγματικό, αποτελεί την θεμελιώδη εναλλακτική άποψη, στα πλαίσια της οποίας πρέπει να αντιμετωπίζονται οι διαμάχες που εκδηλώθηκαν με την αρχή της αβεβαιότητας σχετικά με την αιτιοκρατία και την ελευθερία. Αποτελεί σημείο της φιλοσοφικής φτώχειας των καιρών μας το ότι τόσο οι επιστήμονες όσο και οι φιλόσοφοι συζητούν πλατειά για το τυχαίο, ενώ στο βάθος του αποδίδουν μια σημασία αντι-οντολογική, που συνεπώς δεν μπορεί να είναι ούτε φιλοσοφική ούτε επιστημονική.

Λέξεις -κλειδιά

Αρχή της Αβεβαιότητας

Ντετερμινισμός (Αιτιοκρατία)

Creative Commons

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές - CC BY-NC-SA

https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/4.0/