Αρχειακό και οπτικοακουστικό υλικό ερευνών

Με απόφαση της Συγκλήτου της Ακαδημίας Αθηνών την 29η Μαρτίου του 1977 την οποία επικύρωσε την 21η Απριλίου του ιδίου έτους η Ολομέλεια άρχισε η διαδικασία ίδρυσης του «Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας» η οποία ολοκληρώθηκε με την ψήφιση από την Βουλή του Ιδρυτικού Νόμου 801 ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 9η Αυγούστου 1978.

Ο πρώτος και βασικός σκοπός της ίδρυσης του Κέντρου είναι η συστηματική και σε βάθος έρευνα της ελληνικής κοινωνίας διαχρονικώς και συγχρονικώς.

Η ερευνητική εργασία του Κέντρου άρχισε με τη σύνταξη και αποστολή σε 7000 περίπου κοινότητες ενός ερωτηματολογίου που κάλυπτε δύο βασικούς τομείς της ελληνικής κοινωνίας, την κοινότητα και την οικογένεια. Θεωρήθηκε ότι το υλικό αυτό θα βοηθούσε στη διατύπωση ορθών υποθέσεων για την ελληνική κοινωνία οι οποίες θα μπορούσαν να ελεγχθούν με επιμέρους έρευνες.

Παρόλον ότι η επιβίωση του ελληνικού έθνους οφείλεται στη λειτουργία των δύο αυτών θεσμών, της κοινότητας και της οικογένειας, ιδίως στα κρίσιμα χρόνια της υποδούλωσής του, εντούτοις δεν προσείλκυσαν το επιστημονικό ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημόνων οι οποίοι εισήγαγαν τις κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα. Και τούτο γιατί ασχολήθηκαν με μεγαλύτερες από την οικογένεια και τη χωρική κοινότητα κοινωνικές ομάδες. Η παράδοση αυτή είχε συνεχιστεί για αρκετό διάστημα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η στροφή του ενδιαφέροντος των νέων κοινωνικών επιστημόνων στους δύο αυτούς θεσμούς, παρόλον ότι άρχισε να καλύπτει το κενό, ωστόσο δεν ήταν αρκετή γιατί δεν υπήρχαν πολλά και μάλιστα βασικά στοιχεία που θα επέτρεπαν ή θα βοηθούσαν στην εξαγωγή γενικών και βασικών συμπερασμάτων, τα οποία θα οδηγούσαν στην πλήρη κατανόηση της μορφής και της λειτουργίας, αλλά και του ρόλου, που διαδραμάτισαν οι θεσμοί αυτοί στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας.

Για να καλυφθεί το πληροφοριακό αυτό κενό ο διευθυντής του Κέντρου Γρηγόρης Γκιζέλης με τις δύο συνεργάτιδές του, Ηλιάννα Τεάζη - Αντωνακοπούλου και Εύα Καλπουρτζή, πρώτες ερευνήτριες του Κέντρου μετά την ίδρυσή του, συνέταξαν ένα ερωτηματολόγιο το οποίο ολοκλήρωσαν έπειτα από επιτόπιες έρευνες που διενέργησαν σε διάφορες περιοχές της χώρας. Το ερωτηματολόγιο αυτό εκδόθηκε σε 7000 αντίτυπα και εστάλη σε αντίστοιχο αριθμό ελληνικών κοινοτήτων σ’ όλη την επικράτεια της χώρας. Για τη συμπλήρωσή του ζητήθηκε η βοήθεια των γραμματέων των κοινοτήτων και των δασκάλων. Ο φάκελος προς τους δασκάλους περιλάμβανε εκτός του ερωτηματολογίου, μία επιστολή της Ακαδημίας και ένα έγγραφο του αρμόδιου τότε Υπουργού Παιδείας Πέτρου Μώραλη ο οποίος παρότρυνε τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης να βοηθήσουν στη συμπλήρωσή του αναζητώντας στοιχεία από τα παλαιότερα και πιο ενήμερα μέλη των κοινοτήτων στις οποίες δίδασκαν.

Στο ΚΕΕΚ επεστράφησαν συμπληρωμένα περίπου 1600 ερωτηματολόγια τα οποία κάλυπταν όλες τις περιοχές της χώρας.

Αυτά και αποτελούν ένα κύριο μέρος του κορμού των ερευνών του ΚΕΕΚ.