- βόλι

Ενότητα:

Διαλεκτικό υλικό των εκδεδομένων τόμων του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Ακαδημίας Αθηνών

Λήμμα

- βόλι

Τύπος

Λήμμα

Τυπολογία

-βόλι κατάλ. παραγωγικὴ πολλαχ. -βολιˬὸ ἐνιαχ. -βόλιν ἐνιαχ. -βολο πολλαχ.

Ετυμολογία

Ἐκ παλαιῶν εἰς -ιον οὐσιαστικῶν σημασίας περιεκτικῆς, οἷον: σιτοβόλιον, σταφυλοβόλιον, τυροβόλιον κττ. ἀπεχωρίσθη τὸ -βολιˬὸ-βόλιν-βόλι ὡς ἰδία παραγωγικὴ κατάληξις. Τὸ -βολο οὐχὶ ἐξ ἀμέσου μεταπλασμοῦ τοῦ -βόλι, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν παραγώγων, ἅτινα μετεπλάσθησαν κατ᾽ ἀναλογίαν τῶν συνθέτων εἰς -ι καὶ -ο οὐδετέρων οὐσιαστικῶν, οἷον: ἀποπαίδι καὶ ἀπόπαιδο, ἀρχοντοπούλλι καὶ ἀρχοντόπουλλο, παραθύρι καὶ παράθυρο, περὶ ὧν ἰδ. ΓΧατζιδ. ΜΝΕ 2. 171 κἑξ.

Σημασιολογία

Δι’ αὐτῆς σχηματίζονται οὐσιαστικὰ ἐξ οὐσιαστικῶν, ἐνίοτε καὶ ἐξ ἐπιθέτων, δηλοῦντα πλησμονὴν τοῦ πρωτοτύπου, οἷον: ἀθράκι-ἀθρακοβόλι, ἁλάτι-ἁλατοβόλι, ἄνεμος- ἀνεμοβόλι καὶ ἀνέμη-ἀνεμοβόλι, ἀνοιγούρι-ἀνοιγουροβόλι, ἀπόκρισι-ἀποκρισοβόλι, ἀποχτενίδι-ἀποχτενιδοβόλι, ἄσκημος-ἀσκημοβόλι, χτῆνος-χτηνοβόλιν κττ. καὶ γαιˬδούρι-γαιˬδουρόβολο, γυναῖκα-γυναικοβολιˬὸ καὶ γυναικόβολο, χαλάζι-χαλαζόβολο κττ.

Creative Commons

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές - CC BY-NC-SA

https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/4.0/