-άρις

Ενότητα:

Διαλεκτικό υλικό των εκδεδομένων τόμων του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Ακαδημίας Αθηνών

Λήμμα

-άρις

Τύπος

Λήμμα

Μέρος του λόγου

Παραγωγική κατάληξη

Τυπολογία

-άρις κατάλ. παραγωγικὴ κοιν. -άρ’ς βόρ. ἰδιώμ.

Χρονολόγηση

Μεσαιωνικό

Ετυμολογία

Ἡ μεσν. κατάλ. -άρις ἐκ τῆς πληστερέρας –άριος ἢ ἐκ τοῦ Λατιν. -arius:. Πβ. ΓΧατζιδ. ΜΝΕ 1,421 καὶ ἐν ’Επιστ. ᾽Επετ. Πανεπ. 2 (1905/6) 46, SPaltes Grammat. byzant. Chron. 258 καὶ KDieterich ἐν Balkan. Archiv 4,130.

Σημασιολογία

Δι᾿ αὐτῆς σχηματίζονται οὐσιαστικὰ ἐξ οὐσιαστικῶν, ἐπιθέτων καὶ ρημάτων τὰ ὁποῖα δηλοῦν 1) Τὸν ἀσχολούμενον περί τι, τὸν ἐπαγγελλόμενόν τι, τὸν τεχνίτην κοιν., οἷον: ἀγελάδα-ἀγελαδάρις, ἀράδα-ἀραδάρις, βάρκα-βαρκάρις, κάτεργο-κατεργάρις, περιβόλι-περιβολάρις, φοῦρνος-φουρνάρις κττ. 2) Τὸν ἐνεργοῦντα, τὸν δρῶντά τι πολλαχ., οἷον: ἀγοραστὴς-ἀγοραστάρις, ἁλώνι-ἀλωνάρις, ἀποδέχομαι-ἀποδοχάρις, ἀποκοπὴ-ἀποκοπάρις, ἀρμέγω-ἀρμεγάρις, ἀρνείγουμαι (ἀρνει͜έμαι)-ἀρνιγάρις, ἁρπάχτης-ἁρπαχτάρις, κατέχω-κατεχάρις, κυνηγῶ-κυνηγάρις, ξαγορεύω-ξαγοράρις, τραγουδῶ-τραγουδάρις κττ. Θηλ. ἀποβολὴ-ἀποβολαρεˬὰ Χίος. 3) Τὸν ἀνήκοντα ἤ τι παρόμοιον, οἷον: ἄνω-ἀνωάρις, ἀπάνω-ἀπανωάρις, ἀπανωτὸς-ἀπανωτάρις, ἀπόβροχο-ἀποβροχάρις, ἀποστολὴ-ἀποστολάρις. 4) Τὸν ἔχοντα ἰδιότητά τινα κακὴν ἢ καλὴν κοιν., οἷον: ἀπολυτὸς-ἀπολυτάρις, καύχησι–καυχησάρις, πεῖσμα-πεισματάρις κττ. β) Ὑποκορισμὸν ἐνιαχ., οἷον: ἄνθρωπος-ἀνθρωπάρις. 5) Τὴν ἡλικιαν κοιν. οἷον: σαράντα-σαραντάρις, πενήντα-πενηντάρις, ἑξήντα-ἑξηντάρις κττ.

Creative Commons

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές - CC BY-NC-SA

https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/4.0/