Η Γεωγραφία της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα (1926)

Επιμέλεια: Ελισάβετ Κοντογιώργη
Τακτική ερευνήτρια του ΚΕΙΝΕ

Το πρόγραμμα αυτό προέκυψε από την ανάγκη να ερευνηθεί ο βαθμός της διασποράς των προσφύγων από την ίδια οικιστική ενότητα ή εκκλησιαστική επαρχία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Οι πληροφορίες για τη γεωγραφία της εγκατάστασης στην Ελλάδα των ελληνορθόδοξων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τον Καύκασο αντλήθηκαν από το «Βιβλίο Εκκλησιαστικών Επαρχιών και Εκτιμητικών Επιτροπών» που βρίσκεται στο αρχείο των Εκτιμητικών Επιτροπών του Υπουργείου Γεωργίας και είναι κατατεθειμένο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. 

Η συγκρότηση του συγκεκριμένου αρχείου συνδέεται με μια σημαντική πτυχή της Σύμβασης της Λωζάννης (30/1/1923) για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας: την αποζημίωση των ελληνορθόδοξων πληθυσμών που προσέφυγαν στην Ελλάδα για την αξία της περιουσίας που εγκατέλειψαν στην Τουρκία μέσω της εκκαθάρισης και διαχείρισης της κτηματικής περιουσίας των ανταλλάξιμων Τούρκων. Για τη ρύθμιση αυτού του ιδιαίτερα περίπλοκου ζητήματος , τον Μάιο του 1924 συστάθηκε στο Υπουργείο Γεωργίας η Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής Πληθυσμών, με σκοπό να συγκεντρώσει τα στοιχεία για τις περιουσίες όσων ομογενών υπάγονταν στην Ανταλλαγή και να προβεί στην οριστική τους εκτίμηση. Από τον Ιούλιο λειτούργησαν εκτιμητικές επιτροπές σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά και στα γραφεία ανταλλαγής στις διάφορες περιφέρειες των Νέων Χωρών με σκοπό τη σύνταξη και την παραλαβή κατά εκκλησιαστική επαρχία των δηλώσεων κάθε προσφυγικής οικογένειας και των αποδεικτικών εγγράφων της ακίνητης περιουσίας που εγκατέλειψε, ώστε να εκτιμηθεί το τελικό ποσό της αποζημίωσης που δικαιούταν. 

Το Αρχείο των Εκτιμητικών Επιτροπών είναι μια πολύτιμη πηγή για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης πριν από την ανταλλαγή, όσο και για τους τόπους της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα κατά τα έτη 1925-26. Το «Βιβλίο Εκκλησιαστικών Επαρχιών και Εκτιμητικών Επιτροπών» που χρησιμοποιήθηκε για το παρόν πρόγραμμα είναι ένας συγκεντρωτικός κατάλογος όλων των επαρχιών με το όνομα της κοινότητας στο τόπο προέλευσης, την έδρα επιτροπής, τον αριθμό των δηλώσεων που υποβλήθηκαν και το ποσό της αποζημίωσης. Για το θέμα των ποσοτικών στοιχείων που εμφανίζονται, δηλαδή του αριθμού των δηλώσεων είναι απαραίτητη μία διευκρίνηση. Δεν παρουσιάζουν τη δημογραφική κατάσταση των κοινοτήτων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης για την οποία ο ιστορικός θα πρέπει να ανατρέξει σε άλλες πηγές. Έχουμε μόνο τάξεις μεγέθους του προσφυγικού πληθυσμού στην Ελλάδα και την αποτύπωση μιας κατάστασης, αυτής του 1926, χρόνο κατά τον οποίο η εγκατάσταση των προσφύγων είχε σε αρκετά μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί. Η κινητικότητα που χαρακτηρίζει τους πρόσφυγες, ιδίως όσους εγκαταστάθηκαν σε αστικά κέντρα, αλλά και το γεγονός ότι έγιναν και εγκαταστάσεις σε αγροτικές περιοχές και στη διάρκεια των επόμενων ετών, είναι παράγοντες που επηρέασαν την εικόνα της γεωγραφίας της εγκατάστασης των προσφύγων σε όλη την επικράτεια. Επιπλέον, όπως συμβαίνει με τις στατιστικές αυτής της περιόδου, υπάρχουν παραλείψεις στον τρόπο καταγραφής των στοιχείων στον συγκεντρωτικό κατάλογο των εκκλησιαστικών επιτροπών, που ίσως να οφείλονται στο μεγάλο όγκο του υλικού και στην ευσυνειδησία ή την ικανότητα του συντάκτη τους να το διαχειριστεί. 

Από την επεξεργασία των ποσοτικών στοιχείων της πηγής προέκυψαν τα εξής: τη μεγαλύτερη διασπορά παρουσιάζουν οι πρόσφυγες από τις εκκλησιαστικές επαρχίες Δέρκων, Ηρακλείας και Ραιδεστού, Θεοδοσιουπόλεως, Ικονίου, Κολωνίας, Μετρών, Νικαίας, Νικομηδείας, Προικοννήσου, Ροδοπόλεως, Συληβρίας, και Χαλδείας και Κερασούντος. Από τις υπόλοιπες επαρχίες, το 1926, ένα μεγάλο ποσοστό προσφύγων προερχόμενων από την ίδια εκκλησιαστική επαρχία, από 75% έως 95% ήταν εγκαταστημένοι σε τρεις επαρχίες.